Στη συντριπτική τους πλειονότητα (περί τους 8 στους 10) οι καταναλωτές αναζητούν τις χαμηλότερες τιμές και τις προσφορές στα ράφια των σούπερ μάρκετ, λόγω των συνεχών ανατιμήσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η NielsenIQ στο πλαίσιο του Shopper Trends Event, η εγχώρια αγορά σούπερ μάρκετ καταγράφει αύξηση του τζίρου χωρίς ουσιαστική μεταβολή στις ποσότητες που πωλούνται. Οπως προκύπτει, ο όγκος πωλήσεων ενισχύθηκε μόλις κατά 2% σε σχέση με πριν από 20 χρόνια, την ώρα που οι μέσες τιμές έχουν αυξηθεί κατά περίπου 30%. Ερχόμενοι στο σήμερα, η εικόνα της οικονομικής αβεβαιότητας αποτυπώνεται και στην καθημερινότητα των καταναλωτών.


Η αίσθηση ακρίβειας επηρεάζει τη συμπεριφορά στο ράφι

Το 95% των Ελλήνων δηλώνει ότι αντιλαμβάνεται αυξήσεις στις τιμές, ποσοστό αυξημένο κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με πέρυσι. Η αίσθηση της ακρίβειας επηρεάζει ευθέως τη συμπεριφορά στο ράφι, καθώς το 64% αναφέρει ότι αγοράζει πιο οικονομικά προϊόντα, το 47% ότι στρέφεται σε περισσότερα προϊόντα που βρίσκονται υπό προωθητική ενέργεια και το 42% ότι επιλέγει το φθηνότερο προϊόν ανεξαρτήτως μάρκας. Επιπλέον, το 30% δηλώνει ότι περιόρισε αγορές που θεωρούνται «πολυτέλειες», ενώ το 28% παρακολουθεί συστηματικά την αξία του καλαθιού του κατά τη διάρκεια των αγορών.

Την ίδια στιγμή, οι καταναλωτές εμφανίζονται να γνωρίζουν με αρκετή ακρίβεια τις μηνιαίες δαπάνες του νοικοκυριού. Η μέση μηνιαία δαπάνη για αγορές σούπερ μάρκετ και είδη νοικοκυριού ανέρχεται στα 345 ευρώ, με τους περισσότερους να δηλώνουν ότι έχουν σαφή εικόνα για το πόσα ξοδεύουν κάθε μήνα.


Βαρύτητα σε βασικές κατηγορίες προϊόντων - Ποια είναι στην κορυφή

Ιδιαίτερη βαρύτητα στην τιμή δίνεται κυρίως σε βασικές και επαναλαμβανόμενες κατηγορίες αγορών. Στην κορυφή βρίσκονται τα απορρυπαντικά και τα καθαριστικά σπιτιού, τα γαλακτοκομικά, τα είδη ατομικής υγιεινής, τα σαμπουάν και τα προϊόντα περιποίησης επιδερμίδας, καθώς και το φρέσκο κρέας και τα πουλερικά. Αντίθετα, σε κατηγορίες όπως η βρεφική φροντίδα, η φροντίδα κατοικιδίων, οι βιταμίνες και τα έτοιμα γεύματα, οι καταναλωτές δηλώνουν ότι είναι λιγότερο πιθανό να αντιληφθούν άμεσα τις ανατιμήσεις. Η αναζήτηση χαμηλότερων τιμών και προσφορών αποτελεί πλέον βασικό μοτίβο στην αγοραστική συμπεριφορά.

Προσφορές και ιδιωτική ετικέτα

Το 77% των κατανα λωτών αναφέρει ότι προσπαθεί να εντοπίσει προϊόντα στη χαμηλότερη δυνατή τιμή, το 76% αναζητεί κουπόνια και προσφορές, ενώ το 50% επισημαίνει ότι ακολουθεί αυστηρό προϋπολογισμό για τις αγορές του. Οι προσφορές αναζητούνται κυρίως σε κατηγορίες όπως καθαριστικά και απορρυπαντικά, χαρτικά και προϊόντα ατομικής φροντίδας και στοματικής υγιεινής.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι καταναλωτές εμφανίζονται περισσότερο διατεθειμένοι να αλλάξουν συνήθειες, ακόμα και μάρκα ή κατάστημα, προκειμένου να πετύχουν καλύτερη τιμή. Το 23% δηλώνει ότι θα άλλαζε μάρκα για να επωφεληθεί από καλύτερη προσφορά, ενώ το 28% θα άλλαζε κατάστημα για τον ίδιο λόγο. Παρ’ όλα αυτά, η τιμή δεν είναι το μοναδικό κριτήριο. Το 44% δηλώνει διατεθειμένο να πληρώσει κάτι παραπάνω για ένα ποιοτικό προϊόν, ενώ περίπου ένας στους τρεις θα έδινε περισσότερα χρήματα για ένα προϊόν που προσφέρει ευκολία στη χρήση. Ισχυρή παραμένει και η δυναμική της ιδιωτικής ετικέτας. Οι καταναλωτές αναγνωρίζουν ότι τα προϊόντα private label είναι φθηνότερα από τα επώνυμα, ενώ ταυτόχρονα θεωρούν ότι η ποιότητα μεταξύ των δύο είναι πλέον εφάμιλλη. Δεν είναι τυχαίο ότι το 76% δηλώνει πως αγοράζει περισσότερα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας σε σχέση με το παρελθόν, ενώ το 25% αναζητεί πλέον και πιο ποιοτικές επιλογές μέσα στην ίδια κατηγορία.

Σημαντικό ρόλο παίζει και ο βαθμός οργάνωσης της αγοραστικής διαδικασίας. Το 84% των καταναλωτών πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ με λίστα, ενώ το 75% δηλώνει ότι παραμένει πιστό σε αυτήν. Ωστόσο, οι παρορμητικές ή συμπληρωματικές αγορές δεν έχουν εκλείψει, δεδομένου ότι το 57% αναφέρει πως τελικά αγοράζει και επιπλέον είδη, έναντι 53% πέρυσι. Σε επίπεδο αγοράς, τα πρώτα στοιχεία του 2026 δείχνουν ότι η αναπτυξιακή τροχιά συνεχίζεται. Κατά το πρώτο δίμηνο, το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων (σούπερ μάρκετ) κατέγραψε ανάπτυξη 6,1%, επιβεβαιώνοντας τη συνέχιση της τάσης που είχε διαμορφωθεί το 2025, χρονιά κατά την οποία τα σούπερ μάρκετ ενίσχυσαν περαιτέρω τον τζίρο τους.


Η «μάχη της γειτονιάς» και η ενίσχυση μικρών καταστημάτων

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η λεγόμενη «μάχη της γειτονιάς». Τα στοιχεία της NielsenIQ δείχνουν ότι τα μικρότερα καταστήματα αποτελούν στρατηγικό πεδίο ανάπτυξης για τις μεγάλες αλυσίδες, οι οποίες επιδιώκουν να έρθουν πιο κοντά στον καταναλωτή. Τα πολύ μικρά καταστήματα, επιφάνειας 100 έως 400 τ.μ., αναπτύχθηκαν πέρυσι με ρυθμό 9,1%, ενώ μέσα στο ίδιο διάστημα λειτούργησαν ακόμη 95 νέα σημεία. Η ενίσχυση του δικτύου γειτονιάς υποδηλώνει ότι οι μεγάλοι λιανέμποροι επιχειρούν να απορροφήσουν μερίδιο από τη μικρή λιανική, μεταφέροντας πωλήσεις από τα παραδοσιακά μικρά σημεία στα οργανωμένα δίκτυα. Παράλληλα, η συγκέντρωση στην αγορά παραμένει υψηλή. Τα δύο τρίτα του οργανωμένου λιανεμπορίου σε όρους τζίρου πραγματοποιούνται από τους τρεις μεγαλύτερους παίκτες (Σκλαβενίτη, Lidl, ΑΒ), οι οποίοι κατέγραψαν ανάπτυξη 8,1%. Οι επιχειρήσεις που βρίσκονται στις θέσεις 4 έως 7 από πλευράς τζίρου αντιπροσωπεύουν το 23,7% της αγοράς και κινήθηκαν με αύξηση τζίρου 5,7%.

Δημοσιεύθηκε στο Moneypro των Παραπολιτικών