Το πετρέλαιο επιστρέφει δυναμικά στο επίκεντρο της διεθνούς οικονομικής ανησυχίας, καθώς η κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχει προκαλέσει νέα ισχυρή άνοδο στις τιμές του αργού και αυξάνει τους φόβους για μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση. Για πρώτη φορά από τον Μάιο, το Brent ξεπέρασε το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι, ενώ οι διεθνείς αγορές παρακολουθούν με ανησυχία τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται μεγάλο μέρος της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου. Η νέα άνοδος στις τιμές δεν επηρεάζει μόνο τις αγορές ενέργειας, αλλά ήδη μεταφέρεται στο κόστος καυσίμων, στις μεταφορές, στα επιτόκια και συνολικά στην παγκόσμια οικονομία, την ώρα που τα στρατηγικά αποθέματα πολλών χωρών μειώνονται με ταχείς ρυθμούς.

Διαβάστε: Οι απειλές του Τραμπ ωθούν την τιμή του πετρελαίου πάνω από τα 95 δολάρια

Πετρέλαιο: Γιατί οι τιμές εκτοξεύονται και ποιες είναι οι πρώτες συνέπειες

Η συνέχιση των αμερικανικών βομβαρδισμών στο Ιράν, οι πυραυλικές επιθέσεις της Τεχεράνης σε αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο και η παραμονή των Στενών του Ορμούζ εκτός λειτουργίας για τη διακίνηση πετρελαίου έχουν εντείνει την αβεβαιότητα στις αγορές. Παράλληλα, οι απειλές των Χούθι για διατάραξη των εξαγωγών μέσω της Ερυθράς Θάλασσας αυξάνουν ακόμη περισσότερο την πίεση στην παγκόσμια προσφορά.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το Brent ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI κινείται κοντά στα 92 δολάρια, διατηρώντας ισχυρά εβδομαδιαία κέρδη. Παρότι καταγράφεται μικρή αποκλιμάκωση, το Brent εξακολουθεί να κινείται γύρω από τα 98 δολάρια, έχοντας σημειώσει άνοδο περίπου 11% μέσα στην εβδομάδα.

Η άνοδος αυτή προκάλεσε άμεσες αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων εκτοξεύθηκαν, ενώ οι βασικοί δείκτες της Wall Street υποχώρησαν, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν τόσο για το αυξημένο ενεργειακό κόστος όσο και για τις επιπτώσεις του στην ανάπτυξη.

Οι συνέπειες έχουν ήδη περάσει και στους καταναλωτές. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η μέση τιμή της αμόλυβδης βενζίνης ξεπέρασε ξανά τα 4 δολάρια ανά γαλόνι, ενώ το ντίζελ διαμορφώθηκε στα 5,21 δολάρια ανά γαλόνι, παρουσιάζοντας αύξηση 39% σε σχέση με πέρυσι. Παράλληλα, οι αεροπορικές εταιρείες αναθεωρούν προς τα κάτω τις προβλέψεις τους λόγω του αυξημένου κόστους καυσίμων, ενώ και τα στεγαστικά επιτόκια στις ΗΠΑ συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία.

kratika-apothemata

Πόσο αντέχουν τα στρατηγικά αποθέματα

Εξίσου μεγάλη ανησυχία προκαλεί η εικόνα των παγκόσμιων στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν το μεγαλύτερο κρατικό απόθεμα στον κόσμο, με συνολική δυνατότητα αποθήκευσης 714 εκατομμυρίων βαρελιών. Ωστόσο, οι δεξαμενές είναι σήμερα γεμάτες μόλις κατά 44% της συνολικής χωρητικότητάς τους, καταγράφοντας το χαμηλότερο επίπεδο από το 1983. Παράλληλα, μόνο ένα μέρος αυτών των αποθεμάτων μπορεί να διοχετευθεί καθημερινά στην αγορά, γεγονός που περιορίζει σημαντικά την αποτελεσματικότητά τους σε περίπτωση παρατεταμένης κρίσης.

Σημαντικά στρατηγικά αποθέματα διαθέτουν επίσης η Κίνα, η Ιαπωνία, οι χώρες του ΟΟΣΑ, η Σαουδική Αραβία και η Νότια Κορέα. Μάλιστα, σύμφωνα με εκτιμήσεις του αμερικανικού υπουργείου Ενέργειας, η Κίνα έχει αυξήσει σημαντικά τα συνολικά κρατικά και εμπορικά της αποθέματα, διαθέτοντας σήμερα τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως.

Την ίδια ώρα, αρκετές χώρες προσπαθούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις του ράλι στις τιμές, διοχετεύοντας μέρος των στρατηγικών τους αποθεμάτων στην αγορά ή εφαρμόζοντας φορολογικές ελαφρύνσεις και επιδοτήσεις στα καύσιμα. Η Γερμανία, για παράδειγμα, είχε διαθέσει το 20% των στρατηγικών της αποθεμάτων ήδη από τον Μάρτιο, ποσότητα που εξαντλήθηκε μέχρι τον Ιούνιο.

Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι όσο παραμένουν κλειστά τα Στενά του Ορμούζ, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος νέας ανόδου στις τιμές. Ο αναλυτής εμπορευμάτων της UBS, Τζιοβάνι Σταούνοβο, εκτιμά ότι είναι δύσκολο να συνεχιστεί η σημερινή κατάσταση μέχρι το τέλος του έτους χωρίς ακόμη μεγαλύτερη άνοδο του πετρελαίου. Όπως σημειώνει, η αγορά δεν έχει ακόμη περιορίσει ουσιαστικά τη ζήτηση, κάτι που αναμένεται να συμβεί μόνο εάν οι τιμές αυξηθούν ακόμη περισσότερο, πιέζοντας κυρίως τη βιομηχανία, τις μεταφορές, τη γεωργία και τις οικονομίες της Ασίας που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο του Περσικού Κόλπου.