Η Ελλάδα «σπάει και τα δεσμά» της μεταπρογραμματικής εποπτείας, καθώς η θετική αξιολόγηση της Κομισιόν για την ικανότητα της χώρας να εξυπηρετεί το χρέος της, σε συνδυασμό με την προωθούμενη αλλαγή του ευρωπαϊκού πλαισίου, ανοίγει τον δρόμο για έξοδο και από το τελευταίο ειδικό καθεστώς παρακολούθησης. Σύμφωνα με πληροφορίες, το κρίσιμο σήμα αναμένεται να δοθεί το φθινόπωρο από την Κομισιόν, σε μια εξέλιξη που ενδεχομένως να αξιοποιηθεί πολιτικά και στη ΔΕΘ, όπου ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναμένεται να παρουσιάσει τον «οδικό χάρτη» των φορολογικών ελαφρύνσεων και των παροχών για την επόμενη τετραετία. Εφόσον προχωρήσουν θετικά οι ευρωπαϊκές διαδικασίες, η χώρα μας θα μπορεί να κάνει ακόμα ένα αποφασιστικό βήμα για να κλείσει έναν κύκλο που άνοιξε το 2010 με την κρίση χρέους, πέρασε το 2018 στην ενισχυμένη εποπτεία και, από τον Αύγουστο του 2022, συνεχίζεται υπό το καθεστώς της μεταπρογραμματικής εποπτείας.

Η χώρα βγαίνει από το κάδρο των μνημονίων: Το νέο στοιχείο που αλλάζει τα δεδομένα

Το νέο στοιχείο που αλλάζει τα δεδομένα είναι ότι η Ελλάδα δεν θα χρειάζεται να περιμένει την αποπληρωμή του 75% της χρηματοδοτικής βοήθειας που έλαβε κατά την περίοδο των προγραμμάτων προκειμένου να περιορίσει δραστικά την ειδική παρακολούθηση από τις Βρυξέλλες και να αραιώσει τις επισκέψεις των ευρωπαϊκών ελεγκτικών κλιμακίων στην Αθήνα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει την αναθεώρηση του Κανονισμού 472/2013, που αποτελεί τη νομική βάση του συγκεκριμένου πλαισίου, προβλέποντας ότι η ειδική παρακολούθηση μπορεί να «παγώσει» για πέντε χρόνια, υπό την προϋπόθεση ότι δεν διαπιστώνονται μεσοπρόθεσμοι κίνδυνοι για την ικανότητα της χώρας να εξυπηρετεί τις δανειακές της υποχρεώσεις. Στην πράξη, το νέο μοντέλο μετατρέπει την εποπτεία από μια διαδικασία με προκαθορισμένη συχνότητα σε ένα πιο ευέλικτο σχήμα, στο οποίο το βάρος πέφτει περισσότερο στην πραγματική δημοσιονομική κατάσταση και στην ικανότητα κάθε χώρας να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της. Όσο οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι περιορίζονται, οι ειδικοί έλεγχοι μπορούν να αραιώνουν, καθώς, όπως επισημαίνουν κοινοτικές πηγές, η διατήρηση ενός πυκνού μηχανισμού παρακολούθησης σε χώρες που έχουν επιστρέψει σε σταθερή οικονομική τροχιά θα συνιστούσε «σπατάλη δυνάμεων», ιδιαίτερα σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών προκλήσεων και αβεβαιότητας, με φόντο τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.

Η αλλαγή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, η οποία βρίσκεται πλέον σε σαφώς διαφορετική θέση από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας. Η χώρα έχει επιστρέψει στις αγορές, έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα και παρουσιάζει σημαντική βελτίωση των δημοσιονομικών της μεγεθών. Το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό, αλλά ως ποσοστό του ΑΕΠ ακολουθεί ταχεία καθοδική πορεία, ενώ η μεγάλη διάρκεια και οι ευνοϊκοί όροι των ευρωπαϊκών δανείων περιορίζουν σημαντικά τους κινδύνους που συνδέονται με την εξυπηρέτησή του. Το βελτιωμένο οικονομικό προφίλ της χώρας αποτυπώνεται και στην τελευταία έκθεση της Κομισιόν, που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα διατηρεί την ικανότητα να εξυπηρετεί το χρέος της.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει τη σημαντική αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, από 154% το 2024 σε 146,1% το 2025, με την πρόβλεψη να υποχωρήσει περαιτέρω στο 136,8% το 2026. Θετικά αποτιμά, παράλληλα, τις υψηλές δημοσιονομικές επιδόσεις, με το πρωτογενές πλεόνασμα να διαμορφώνεται στο 4,9% του ΑΕΠ το 2025, τα ταμειακά διαθέσιμα, σύμφωνα με πληροφορίες, να ξεπερνούν τα 43 δισ. ευρώ, αλλά και τον ισχυρό ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας να διαμορφώνεται στο 2,1%. Η έκθεση δεν συνιστά από μόνη της αλλαγή στο καθεστώς εποπτείας, αποτελεί όμως ένα ιδιαίτερα θετικό σήμα ενόψει των ευρωπαϊκών αποφάσεων. Η σαφής αναγνώριση της ικανότητας της Ελλάδας να εξυπηρετεί το χρέος της ενισχύει τη θέση της και δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για εφαρμογή του νέου, πιο ευέλικτου μοντέλου παρακολούθησης, με σημαντικά λιγότερες επισκέψεις των κοινοτικών αξιωματούχων επί ελληνικού εδάφους.

Από το 2018

Για την ιστορία, η ενισχυμένη εποπτεία ενεργοποιήθηκε το καλοκαίρι του 2018, αμέσως μετά την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, που χρηματοδοτήθηκε από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM). Η απόφαση της Κομισιόν ελήφθη στις 11 Ιουλίου 2018 και τέθηκε σε ισχύ στις 21 Αυγούστου του ίδιου έτους. Το καθεστώς αυτό ήταν ειδικά σχεδιασμένο για την Ελλάδα, με τριμηνιαίες αξιολογήσεις και στενή παρακολούθηση της οικονομικής, δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής κατάστασης της χώρας. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 20 Αυγούστου 2022, η ενισχυμένη παρακολούθηση έληξε και η Ελλάδα πέρασε στο καθεστώς της μεταπρογραμματικής εποπτείας, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα κράτη που έχουν ολοκληρώσει προγράμματα οικονομικής βοήθειας.

Η ίδια η Κομισιόν έχει χαρακτηρίσει την ημερομηνία αυτή ως το τέλος της ενισχυμένης εποπτείας, διευκρινίζοντας ότι από τότε η παρακολούθηση συνεχίζεται στο πλαίσιο της μεταπρογραμματικής εποπτείας και του ευρωπαϊκού εξαμήνου. Υψηλά ιστάμενες πηγές του οικονομικού επιτελείου εκτιμούν ότι μια θετική απόφαση των ευρωπαϊκών θεσμών θα αποτελέσει ακόμα ένα «πιστοποιητικό» επιστροφής της χώρας στην κανονικότητα, σε μια συγκυρία που μόνο τυχαία δεν είναι. Η εξέλιξη, εφόσον επιβεβαιωθεί το φθινόπωρο, θα συμπέσει με την έναρξη μιας κρίσιμης πολιτικής περιόδου, κατά την οποία η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να διαμορφώσει το αφήγημα της επόμενης τετραετίας, με τη ΔΕΘ να αποτελεί το βασικό σημείο εκκίνησης.


Δημσοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά