∆ιαφορά έως 644 ευρώ καταγράφεται στις νέες κύριες συντάξεις ∆ηµοσίου και ιδιωτικού τοµέα, σύµφωνα µε τα τελευταία διαθέσιµα στοιχεία της έκθεσης «ΗΛΙΟΣ» για τον Μάιο του 2026. Η µέση δαπάνη για τις νέες οριστικές συνταξιοδοτικές αποφάσεις του ∆ηµοσίου ανήλθε στα 1.407,23 ευρώ, ενώ για τους ασφαλισµένους του πρώην ΙΚΑ διαµορφώθηκε στα 763 ευρώ.


Διαβάστε: Συντάξεις Σεπτεμβρίου 2026: Πότε θα γίνουν οι πληρωμές, αναλυτικά οι ημερομηνίες


Η διαφορά φτάνει έτσι τα 644,23 ευρώ τον µήνα, µε τη νέα µέση σύνταξη του ∆ηµοσίου να είναι 84% υψηλότερη. Η εικόνα αυτή, ωστόσο, δεν σηµαίνει ότι οι δηµόσιοι υπάλληλοι υπάγονται σήµερα σε διαφορετικό µαθηµατικό τύπο υπολογισµού από τους εργαζόµενους του ιδιωτικού τοµέα. Για τις συντάξεις που υπολογίζονται με το ισχύον ασφαλιστικό πλαίσιο, η κύρια σύνταξη αποτελείται από το άθροισμα της εθνικής και της ανταποδοτικής σύνταξης.


Συντάξεις Δημοσίου και ιδιωτικού τομέα: Πώς υπολογίζονται

Η ανταποδοτική συνδέεται µε τις συντάξιµες αποδοχές, τον χρόνο ασφάλισης και τα ποσοστά αναπλήρωσης. Άρα, το ερώτηµα δεν είναι γιατί το ∆ηµόσιο έχει διαφορετικό τρόπο υπολογισµού, αλλά γιατί οι ασφαλιστικές διαδροµές των δύο κατηγοριών εργαζοµένων οδηγούν, κατά µέσο όρο, σε τόσο διαφορετικό αποτέλεσµα. Οι λόγοι είναι συγκεκριµένοι και έχουν ως εξής:

  1. Έτη Ασφάλισης: Καθοριστικό ρόλο παίζει ο χρόνος ασφάλισης. Όσο αυξάνονται τα έτη, αυξάνεται και το ποσοστό αναπλήρωσης της ανταποδοτικής σύνταξης. Με τον νόµο 4.670/2020 ενισχύθηκαν ιδιαίτερα τα ποσοστά για ασφαλισµένους µε περισσότερα από 30 έτη. Για 40 έτη ασφάλισης, ο συνολικός συντελεστής αναπλήρωσης της ανταποδοτικής σύνταξης φτάνει το 50,01%, έναντι 42,80% µε το προηγούµενο καθεστώς. Οι ασφαλισµένοι που αποχωρούν από το ∆ηµόσιο εµφανίζουν µακρά και συνεχή ασφαλιστική διαδροµή, γεγονός που επηρεάζει σηµαντικά το τελικό ποσό.
  2. Τελικές αποδοχές: Η δεύτερη σηµαντική µεταβλητή είναι ο µισθός πάνω στον οποίο υπολογίζεται η ανταποδοτική σύνταξη. Ο e-ΕΦΚΑ διευκρινίζει ότι οι συντάξιµες αποδοχές προκύπτουν από τις αποδοχές ή το εισόδηµα επί των οποίων καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές από το 2002 µέχρι την παραµονή της αίτησης συνταξιοδότησης. Εποµένως, υψηλότερες αποδοχές και περισσότερα έτη µε καταβολή εισφορών οδηγούν, υπό τις ίδιες λοιπές προϋποθέσεις, σε υψηλότερη ανταποδοτική σύνταξη. Αυτό εξηγεί σε σηµαντικό βαθµό για ποιον λόγο οι µέσες νέες συντάξεις δεν είναι ίδιες, ακόµη και όταν ο ασφαλιστικός τύπος είναι κοινός.
  3. Κενά ασφάλισης: Στον ιδιωτικό τοµέα είναι συχνότερα τα διαστήµατα ανεργίας, η εναλλαγή µεταξύ διαφορετικών εργοδοτών, η µερική απασχόληση και οι χαµηλότερες αποδοχές. Όλα αυτά µπορούν να περιορίσουν είτε τον συνολικό χρόνο ασφάλισης είτε τον µέσο όρο των αποδοχών που λαµβάνονται υπόψη για την ανταποδοτική σύνταξη. Αντίστοιχα, για τους µη µισθωτούς, το ύψος της µελλοντικής σύνταξης συνδέεται µε την ασφαλιστική κατηγορία που έχει επιλεγεί και τις εισφορές που έχουν καταβληθεί. Από το 2020 οι ελεύθεροι επαγγελµατίες, αυτοαπασχολούµενοι και αγρότες επιλέγουν ασφαλιστική κατηγορία, µε την επιλογή να ανανεώνεται κάθε χρόνο.
  4. Πραγματικές διαφορές: Τα στοιχεία του Μαΐου 2026 αποτυπώνουν µία ευρύτερη εικόνα για το συνταξιοδοτικό σύστηµα. Καταβλήθηκαν συνολικά 4.769.930 συντάξεις, από τις οποίες 2.916.423 ήταν κύριες, 1.407.633 επικουρικές και 445.874 µερίσµατα. Η μέση κύρια σύνταξη στο σύνολο του συστήµατος ανήλθε σε 865,99 ευρώ, ενώ στις κύριες συντάξεις γήρατος η µέση δαπάνη διαµορφώθηκε σε 977,44 ευρώ. Ιδιαίτερα σηµαντικό είναι ότι περίπου 1.128.550 συνταξιούχοι, σε σύνολο 1.970.340, λαµβάνουν κύρια σύνταξη έως 1.000 ευρώ, ενώ περίπου 265.000 δεν ξεπερνούν τα 500 ευρώ. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η διαφορά ∆ηµοσίου - ΙΚΑ δεν πρέπει να ερµηνεύεται ως γενικός κανόνας για κάθε συνταξιούχο, αλλά ως µέσο αποτέλεσµα συγκεκριµένων κατηγοριών νέων συνταξιοδοτικών αποφάσεων.
  5. Και η εθνική; Το ποσό της εθνικής σύνταξης είναι κοινή βάση για τους ασφαλισµένους που πληρούν τις ίδιες προϋποθέσεις. Από την 1η Ιανουαρίου 2026 η πλήρης εθνική σύνταξη ανέρχεται σε 446,87 ευρώ, για 20 έτη ασφάλισης και 40 έτη νόµιµης και µόνιµης διαµονής στην Ελλάδα, με προβλεπόμενες μειώσεις όταν δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις. Εποµένως, το µεγαλύτερο µέρος της διαφοράς των νέων συντάξεων ∆ηµοσίου και ΙΚΑ δεν βρίσκεται στην εθνική σύνταξη, αλλά κυρίως στο ανταποδοτικό τµήµα.
  6. Παλαιές και νέες: Ένας ακόµη παράγοντας που απαιτεί προσοχή είναι ότι το σηµερινό ασφαλιστικό σύστηµα έχει περάσει από πολλές αλλαγές. Οι παλαιότεροι συνταξιούχοι δεν έχουν όλοι συνταξιοδοτηθεί µε τους ίδιους κανόνες που ισχύουν σήμερα. Ο e-ΕΦΚΑ εφαρµόζει διαφορετικές µεταβατικές ρυθµίσεις και επανυπολογισµούς, ανάλογα µε τον χρόνο συνταξιοδότησης και το ασφαλιστικό ιστορικό. Για τον λόγο αυτό δεν είναι ασφαλές να συγκρίνεται µία παλιά µέση σύνταξη ∆ηµοσίου µε µία νέα µέση σύνταξη ΙΚΑ. Η «ψαλίδα» των 644 ευρώ είναι πραγµατική ως προς τα στοιχεία των νέων οριστικών αποφάσεων του Μαΐου 2026, αλλά δεν αποτελεί αποτέλεσµα διαφορετικού µαθηµατικού τύπου. Αντανακλά κυρίως διαφορετικές ασφαλιστικές διαδροµές: περισσότερα ή λιγότερα έτη ασφάλισης, υψηλότερες ή χαµηλότερες συντάξιµες αποδοχές, µεγαλύτερη ή µικρότερη συνέχεια στην εργασία και, για τους µη µισθωτούς, διαφορετικές επιλογές ασφαλιστικής κατηγορίας.

Δημοσιεύτηκε στην Απογευματινή