"Ψήφος εμπιστοσύνης" στην Ελλάδα: Τι κερδίζουµε από τις αναβαθµίσεις των οίκων - Νέο κεφάλαιο για την ελληνική οικονοµία
Κοντά στην "Α' Εθνική"
Αξιολόγηση Moody’s και Scope για ισχυρότερη οικονοµία, µείωση χρέους και µεταρρυθµίσεις - Το µεγάλο στοίχηµα για ανάπτυξη και υψηλότερα εισοδήµατα
Νέο κεφάλαιο για την ελληνική οικονοµία ανοίγουν οι αποφάσεις των διεθνών οίκων αξιολόγησης για αναβάθµιση της Ελλάδας, µε την οικονοµία να ισχυροποιεί περαιτέρω τη θέση της στις αγορές και να αποκτά µεγαλύτερο απόθεµα αξιοπιστίας, σε µια περίοδο όπου ισχυρές ευρωπαϊκές οικονοµίες, όπως η Ιταλία, η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία, ακόµη και η Γερµανία, κλυδωνίζονται από χαµηλούς ρυθµούς ανάπτυξης, αύξηση ελλειµµάτων και των αποδόσεων των οµολόγων τους, ενώ η χώρα µας ακολουθεί αντίστροφη πορεία.
Διαβάστε: Μητσοτάκης για τη διπλή αναβάθμιση από Moody’s & Scope: "Η Ελλάδα αποτελεί παράδειγμα ανθεκτικότητας και ταχείας μείωσης του δημόσιου χρέους"
Τι κερδίζουµε από τις αναβαθµίσεις των οίκων: Κοντά στην "Α' Εθνική"
Αργά το βράδυ της Παρασκευής ήρθε η αναβάθµιση από τη γερµανική Scope Ratings, η οποία ανέβασε την Ελλάδα κατά µία βαθµίδα στο «BBB+» από «BBB» (επίπεδα που είχαµε… ξεχάσει από το 2010), διατηρώντας σταθερές τις προοπτικές και βάζοντας ουσιαστικά στον προθάλαµο της «Α΄ Εθνικής» την αξιολόγηση της οικονοµίας. Ακολούθησε ο αυστηρότερος όλων των οίκων, η αµερικανική Moody’s, η οποία διατήρησε την αξιολόγηση στο «Baa3», αλλά αναβάθµισε τις προοπτικές από σταθερές σε θετικές, ανοίγοντας την πόρτα για ακόµα υψηλότερη αξιολόγηση.
Η διπλή αναβάθµιση έστειλε σαφές µήνυµα εµπιστοσύνης ότι η οικονοµία, παρά τους κινδύνους, όχι απλώς τα έχει καταφέρει, αλλά µπορεί να πάει ακόµη πολύ καλύτερα. Πρόκειται για δύο διαφορετικές κινήσεις, µε κοινό όµως παρονοµαστή: οι οίκοι θεωρούν ότι η ελληνική οικονοµία έχει αποκτήσει µεγαλύτερη ανθεκτικότητα και ότι η δηµοσιονοµική προσαρµογή, οι µεταρρυθµίσεις και η ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα δηµιουργούν προϋποθέσεις για περαιτέρω βελτίωση του πιστωτικού προφίλ της χώρας, µε ορίζοντα πλέον το τέλος της δεκαετίας, όταν στόχος είναι η Ελλάδα να συγκαταλέγεται στις οικονοµίες της πρώτης κατηγορίας στην Ευρωζώνη.
Οι νέες αναβαθµίσεις δεν µεταφράζονται αυτοµάτως σε άµεσες αυξήσεις µισθών ή µειώσεις φόρων και τιµών προϊόντων - υπηρεσιών για τους πολίτες. Η επίδρασή τους είναι κυρίως έµµεση αλλά ιδιαίτερα σηµαντική σε βάθος χρόνου. Μια οικονοµία µε υψηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση θεωρείται ασφαλέστερος δανειολήπτης. Αυτό µε τη σειρά του συµβάλλει στη µείωση του κόστους δανεισµού του ∆ηµοσίου (στην τρέχουσα περίοδο µε γενικευµένη άνοδο στα οµόλογα και ισχυρών χωρών, µιλάµε για συγκράτηση όσον αφορά την Ελλάδα) και, εφόσον η βελτίωση περάσει σταδιακά στο χρηµατοπιστωτικό σύστηµα, µπορεί να δηµιουργήσει καλύτερες συνθήκες χρηµατοδότησης για τους δανειολήπτες, τις τράπεζες, τις επιχειρήσεις και τους επενδυτές.
Το αποτέλεσµα µπορεί να είναι ένας ευνοϊκότερος κύκλος: χαµηλότερο κόστος χρήµατος, περισσότερες επενδύσεις, περισσότερη οικονοµική δραστηριότητα, νέες θέσεις εργασίας και υψηλότερα εισοδήµατα, εκτιµήσεις που άλλωστε έχουµε δει να παίρνουν σάρκα και οστά ήδη από τον πρώτο κύκλο αναβάθµισης και επιστροφής του ελληνικού αξιόχρεου στην επενδυτική βαθµίδα. Παράλληλα, η αποκλιµάκωση του δηµόσιου χρέους µειώνει σταδιακά την πίεση που ασκεί το κόστος εξυπηρέτησής του στα δηµόσια οικονοµικά και δηµιουργεί µεγαλύτερο περιθώριο για πολιτικές στήριξης, εφόσον αυτές είναι συµβατές µε τους δηµοσιονοµικούς κανόνες.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει καταγράψει ότι οι αναβαθµίσεις του ∆ηµοσίου έχουν ήδη συµβάλει στη µείωση του κόστους χρηµατοδότησης των ελληνικών τραπεζών και στη βελτίωση των όρων πρόσβασης στις αγορές. Η έρευνα της ΤτΕ εκτιµά επίσης ότι µια αναβάθµιση στην επενδυτική βαθµίδα συµπιέζει τις αποδόσεις των κρατικών οµολόγων και µεταδίδεται στο τραπεζικό σύστηµα µέσω χαµηλότερου κόστους χρηµατοδότησης. Για τα νοικοκυριά αυτό σηµαίνει ότι, εφόσον η αποκλιµάκωση του κινδύνου συνεχιστεί και µεταφερθεί στην τραπεζική αγορά, δηµιουργείται καλύτερο περιβάλλον για στεγαστικά, επιχειρηµατικά και επενδυτικά δάνεια.
Το σκεπτικό
- Η Scope στηρίζει την αναβάθµιση στον συνδυασµό ισχυρής ανάπτυξης, υψηλών πρωτογενών πλεονασµάτων, επενδύσεων και συνεχιζόµενων µεταρρυθµίσεων. Εκτιµά ότι η ελληνική οικονοµία αναπτύχθηκε κατά µέσο όρο 2,1% την περίοδο 2023-2025, έναντι περίπου 1% στην ΕΕ, και προβλέπει ανάπτυξη 1,9% το 2026 και 1,7% το 2027. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο οίκος στη δηµοσιονοµική εικόνα. Προβλέπει πρωτογενές πλεόνασµα περίπου 4,1% του ΑΕΠ το 2026, ενώ εκτιµά ότι το δηµόσιο χρέος θα υποχωρήσει περίπου στο 136% του ΑΕΠ το 2026 από 146,1% το 2025 και κοντά στο 110% έως το 2031.
- Η Moody’s κινείται στην ίδια κατεύθυνση. ∆ιατηρεί την Ελλάδα στο «Baa3», αναβαθµίζοντας τις προοπτικές σε θετικές. Ο οίκος αναφέρει ότι οι διαρθρωτικές και θεσµικές µεταρρυθµίσεις ενισχύουν την οικονοµική και δηµοσιονοµική ανθεκτικότητα περισσότερο από ό,τι είχε αρχικά εκτιµηθεί. Θεωρεί επίσης ότι αυτή η µεγαλύτερη ανθεκτικότητα µπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερους διαρθρωτικούς ρυθµούς ανάπτυξης και να στηρίξει τη συνέχιση της πολυετούς προσπάθειας µείωσης του χρέους, συµπεριλαµβανοµένων των πρόωρων αποπληρωµών παλαιότερων δανείων.
"Νησίδα σταθερότητας"
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης σε σχετική ανάρτησή του επισημαίνει ότι «οι χθεσινές αναβαθμίσεις επιβεβαιώνουν την εικόνα της Ελλάδας ως νησίδας πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας», ενώ καταλήγει πως «η Ελλάδα προχωρά μπροστά παρά τον φουρτουνιασμένο καιρό. Με σχέδιο, συνέπεια, ελπίδα και αποτελέσματα». Από την πλευρά του, ο υπουργός Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης , δήλωσε πως «η Ελλάδα αναβαθμίζεται, σε μια στιγμή που οι διεθνείς αγορές δοκιμάζονται. Και αυτό έχει τεράστια αξία. (…) Η αξιοπιστία χτίζεται με αποτελέσματα».
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή
En