Με ιδιαίτερη συγκίνηση μίλησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, για τη γιαγιά του Αφρούλα και τις ρίζες της οικογένειάς του από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο, περιγράφοντας τις αξίες και τα διδάγματα που, όπως είπε, σημάδεψαν τη ζωή του από την παιδική του ηλικία. Στη συνέντευξή του στο pontosnews.gr και τη δημοσιογράφο Πόπη Παπαγεωργίου, αναφέρθηκε στον ξεριζωμό των προσφύγων, αλλά και στη δύναμη ψυχής που χαρακτήριζε εκείνη τη γενιά, επισημαίνοντας ότι είχε την τύχη να γνωρίσει πολλούς ανθρώπους που κουβαλούσαν τις ίδιες εμπειρίες και τις ίδιες αξίες. Όπως εξήγησε, μεγαλώνοντας και γνωρίζοντας περισσότερες οικογένειες προσφύγων από τη Βόρεια Ελλάδα, συνειδητοποίησε ακόμη περισσότερο τη σημασία της παρακαταθήκης που του άφησαν άνθρωποι όπως η γιαγιά του.

Διαβάστε: Παύλος Μαρινάκης: Εκλογές το 2027, είμαστε η πρώτη κυβέρνηση που πήρε από υπερκέρδη διυλιστηρίων και εταιρειών ενέργειας και τα έδωσε πίσω στην κοινωνία


Αναλυτικά η ανάρτηση του Παύλου Μαρινάκη

«Γνωρίζοντας ακόμα περισσότερες οικογένειες προσφύγων από τη Βόρεια Ελλάδα, άρχισα να εκτιμώ τον θησαυρό των ανθρώπων, όπως ήταν η γιαγιά μου. Ποιος είναι ο θησαυρός; Η υπομονή τους, η οποία δεν ήταν μια υπομονή υποχώρησης, υποχωρητικότητας, ήταν μία υπομονή σοφίας. Έλεγε λίγα και καταλάβαινε πολύ παραπάνω από όλους τους υπόλοιπους και πολλές φορές απαντούσε με το βλέμμα της.

Αυτή ήταν η γιαγιά μου η Αφρούλα το λέω και συγκινούμαι γιατί μας είχε πολύ μεγάλη αδυναμία και πολλοί τέτοιοι άνθρωποι βρέθηκαν στον δρόμο μου όταν ήμουν φοιτητής. Σπιτονοικοκυρές, κυρίες που είχαν κάποια πολύ ωραία εστιατόρια που πηγαίναμε και τρώγαμε, μας αντιμετώπιζαν σαν παιδιά τους. Παντού έχω συναντήσει στη ζωή μου φιλόξενους ανθρώπους, αλλά η φιλοξενία των Μικρασιατών και των Ποντίων, η φιλοξενία των προσφύγων, δεν συγκρίνεται με κανενός άλλου.

Το βασικό το οποίο έκανε είναι να μας κάνει να εκτιμούμε αυτά που έχουμε. Έκανε συνεχώς επίκληση στον πατέρα της, δεν τον ζήσαμε τον πατέρα της εμείς… Μας έλεγε ότι αυτά που έχουμε εμείς ήταν όνειρο ζωής για τους προγόνους της, δεν τα είχανε ποτέ δεδομένα. Ξεριζώθηκαν. Ούτε το σπίτι ήταν δεδομένο, ούτε το φαγητό πάντοτε ήταν δεδομένο. Ούτε το να ξυπνήσουν το πρωί και να είναι ασφαλείς.

Δεν ήθελε να μας σοκάρει όταν ήμασταν μικρά με το να μας πει για το έγκλημα της γενοκτονίας, αλλά μέσα από τις διηγήσεις της, όταν μετά από χρόνια κατάλαβα το μέγεθος του εγκλήματος, κατάλαβα ότι όλα αυτά ήταν πολύ στοχευμένα που μπορούσαν να περάσουν σε ένα παιδί και να τον κάνουν καλύτερο άνθρωπο, όχι να τον θυμώσουν, για να τον κάνουν έναν άνθρωπο που θα μάθει να σέβεται αύριο-μεθαύριο, τη γυναίκα του, τους φίλους του, την οικογένειά του και τον κόσμο στον οποίο ζει και εργάζεται».