Πριν από λίγα χρόνια, ελάχιστοι εκτός Αλβανίας γνώριζαν τι συµβαίνει στις νότιες ακτές της χώρας. Σήµερα, η διεθνής προσοχή έχει στραφεί εκεί. Κάποιοι αποδίδουν αυτή την εξέλιξη στην εµπλοκή γνωστών επενδυτικών σχηµάτων και διεθνών επιχειρηµατικών ονοµάτων. Η πραγµατικότητα, όµως, είναι διαφορετική. Το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας δεν γεννήθηκε εξαιτίας µιας επένδυσης. Γεννήθηκε επειδή πίσω από τις επενδύσεις αναδείχθηκαν προβλήµατα που παραµένουν άλυτα εδώ και δεκαετίες.

Το σηµαντικότερο από αυτά είναι το περιουσιακό. Μετά την πτώση του καθεστώτος, χιλιάδες πολίτες περίµεναν ότι θα αποκατασταθεί η νοµιµότητα και ότι οι περιουσίες που είχαν αφαιρεθεί επί κοµµουνισµού από το κράτος θα επέστρεφαν στους νόµιµους ιδιοκτήτες τους. Στην πράξη, όµως, αυτό δεν συνέβη, σε αντίθεση µε τις υπόλοιπες χώρες του πρώην ανατολικού µπλοκ. Αντιθέτως, δηµιουργήθηκε ένα σύνθετο πλέγµα διοικητικών αποφάσεων, πολυνοµίας, αµφισβητήσεων, δικαστικών εκκρεµοτήτων και αντικρουόµενων τίτλων, το οποίο όχι µόνο δεν επιτρέπει στους κατοίκους να απολαµβάνουν τις ιδιοκτησίες τους, αλλά και τους άφησε σε κατάσταση µόνιµης ανασφάλειας

Εδώ και χρόνια, πολλοί Ελληνες της Αλβανίας βρίσκονται αντιµέτωποι µε πρακτικές που γεννούν εύλογα ερωτήµατα ως προς την ίση αντιµετώπιση των πολιτών και την πλήρη προστασία των δικαιωµάτων τους. ∆εν διεκδικούν προνοµιακή µεταχείριση, ούτε εξαιρέσεις από τον νόµο. Ζητούν το αυτονόητο: την αντικειµενική εφαρµογή των κανόνων ∆ικαίου και τον σεβασµό θεµελιωδών δικαιωµάτων, που αποτελούν πυρήνα κάθε σύγχρονης ευρωπαϊκής δηµοκρατίας.

Ορισµένοι επιχείρησαν να παρουσιάσουν τη σηµερινή αντιπαράθεση ως µια σύγκρουση ανάµεσα στην ανάπτυξη και την τοπική κοινωνία. Πρόκειται για µια παραπλανητική προσέγγιση. Οι κάτοικοι δεν στρέφονται εναντίον των επενδύσεων. Κανείς δεν είναι αντίθετος στην πρόοδο, στον τουρισµό ή στη δηµιουργία θέσεων εργασίας. Το εύλογο ερώτηµα είναι: µπορεί να υπάρξει βιώσιµη ανάπτυξη όταν παραµένουν ανοιχτά ζητήµατα ιδιοκτησίας; Μπορεί να οικοδοµηθεί εµπιστοσύνη όταν οι τοπικές κοινωνίες αισθάνονται ότι δεν ακούγονται; Αλήθεια, ποιος είναι ο πραγµατικός λόγος που οι ντόπιοι κάτοικοι δεν πρέπει να είναι µέρος αυτής της ανάπτυξης;
Την ίδια στιγµή, καταρρέει και ένας ακόµα µύθος, που καλλιεργήθηκε συστηµατικά τα τελευταία χρόνια: ότι οι περιοχές αυτές δεν έχουν ελληνικό χαρακτήρα ή ότι η παρουσία των Ελλήνων εκεί αποτελεί απλώς µια ιστορική ανάµνηση. Τα ίδια τα επίσηµα έγγραφα του αλβανικού κράτους διαψεύδουν αυτή την αντίληψη. Ηδη από το 2016 οι αλβανικές Αρχές αναγνώριζαν επισήµως την ύπαρξη ελληνικής κοινότητας στο Ζβέρνετς και τη Νάρτα. Γι’ αυτό και η σηµερινή προσπάθεια αµφισβήτησης αυτής της πραγµατικότητας προκαλεί απορίες. Πώς µπορεί µια κοινότητα να αναγνωρίζεται όταν αυτό εξυπηρετεί τη διοίκηση και να αγνοείται όταν τίθενται ζητήµατα δικαιωµάτων, περιουσίας και αυτοπροσδιορισµού;

Οι κινητοποιήσεις που παρατηρούνται το τελευταίο διάστηµα στα Τίρανα δεν χρειάζονται θεωρίες συνωµοσίας για να εξηγηθούν. Υπάρχουν πολίτες που θεωρούν ότι θίγονται τα περιουσιακά τους δικαιώµατα. Υπάρχουν πολίτες που εκφράζουν σοβαρές ανησυχίες για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των σχεδιαζόµενων παρεµβάσεων. Αλλοι προβληµατίζονται για τη γενικότερη κατάσταση του κράτους ∆ικαίου και τη λειτουργία των θεσµών στην Αλβανία. Παράλληλα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που αδυνατούν να αποδεχθούν ότι µια επένδυση τέτοιου µεγέθους προωθείται υπό συνθήκες αδιαφάνειας

Αντί, λοιπόν, να απαντήσει σε αυτές τις εύλογες ανησυχίες και να ανοίξει έναν ουσιαστικό δηµόσιο διάλογο, ο κ. Ράµα επέλεξε να εφεύρει έναν εξωτερικό «αντίπαλο»: την Ελλάδα. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να συσπειρώσει όχι µόνο την εκλογική του βάση, αλλά και να κλείσει το µάτι στο πιο εθνικιστικό ακροατήριο της αλβανικής κοινωνίας, το οποίο αποτελεί σηµαντικό στήριγµα της πολιτικής του κυριαρχίας και αντιδρά στην παραχώρηση γης σε ξένα συµφέροντα.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι επίµονες αντιδράσεις των κατοίκων επέφεραν και την κινητοποίηση της Ειδικής Εισαγγελίας κατά της ∆ιαφθοράς και του Οργανωµένου Εγκλήµατος της Αλβανίας (SPAK). Σήµερα, η SPAK έχει ήδη προχωρήσει στη δέσµευση των επίµαχων εκτάσεων και κάνει λόγο για ισχυρές ενδείξεις πλαστογράφησης εγγράφων, µέσω των οποίων οι φερόµενοι ιδιοκτήτες απέκτησαν δικαιώµατα κυριότητας.

Η Ελλάδα και η Αλβανία έχουν κάθε λόγο να συνεχίσουν να οικοδοµούν µια σχέση αµοιβαίου σεβασµού και συνεργασίας. Αυτή η σχέση, όµως, δεν µπορεί να στηρίζεται στη σιωπή απέναντι στην παραβίαση των περιουσιακών δικαιωµάτων των µελών της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας. Η αλβανική κυβέρνηση πρέπει να έχει στο µυαλό της ότι οι σχέσεις καλής γειτονίας δεν µπορεί να βασίζονται σε ψέµατα. Το ζητούµενο σήµερα δεν είναι να σταµατήσουν οι επενδύσεις ούτε να ανακοπεί η αναπτυξιακή προοπτική της Αλβανίας. Το ζητούµενο είναι να διασφαλιστεί ότι η ανάπτυξη θα στηρίζεται στη νοµιµότητα, τη διαφάνεια και τη συµµετοχή των ίδιων των τοπικών κοινωνιών. Καµία ανάπτυξη δεν µπορεί να θεωρηθεί πραγµατικά βιώσιµη, όταν οι άνθρωποι που ζουν σε έναν τόπο αισθάνονται ότι αποκλείονται από το µέλλον του.