Στο πέρασµα από την πρώτη στη δεύτερη προεδρία Κλίντον είχε ζητηθεί από οµάδα διακεκριµένων ειδικών µια συνολική αποτίµηση διαφορετικών σεναρίων σε ορίζοντα εικοσαετίας για τις σχέσεις των ΗΠΑ µε την Κίνα και τις αναδυόµενες ισορροπίες στο ευρύτερο πεδίο του Ινδοειρηνικού. Πέρα από την ποιότητα των αναλύσεων, αυτό που ξαφνιάζει από τη σκοπιά του 2026 είναι η συστηµατική αναζήτηση συµβουλών και για σενάρια όχι µόνο διαφορετικά, αλλά και αντίθετα από εκείνα που είχε κατ’ αρχήν προτεραιοποιήσει η αµερικανική διοίκηση.

Ξαφνιάζει διότι στις ηµέρες µας η αµερικανική διοίκηση προσέρχεται στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ χωρίς πραγµατικό υπόβαθρο συζητούµενων σεναρίων εξέλιξης των ευρωατλαντικών σχέσεων. Αχνοφαίνεται µια εικόνα που εν µέρει αποτυπώνεται στη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του Νοεµβρίου 2025 (η οποία πέρα από την επικέντρωση στο δυτικό ηµισφαίριο περιέχει σειρά µη συνεκτικών επιδιώξεων), όµως οι παλινωδίες κυριαρχούν και τα κενά στρατηγικής που προκύπτουν καταλήγουν στην επικράτηση των εκάστοτε επιδραστικότερων βλέψεων. Η χαοτική αποχώρηση από το Αφγανιστάν, τον Αύγουστο του 2021, επί Μπάιντεν και η αδυναµία αποτελεσµατικής αξιοποίησης της αµερικανικής στρατιωτικής ισχύος σήµερα από τον Τραµπ οδηγούν σε προβληµατισµό για τον ρόλο των ΗΠΑ ως παρόχου ασφάλειας. Για τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, δεν είναι µόνο το –σηµαντικό– ερώτηµα εάν η Τουρκία θα πετύχει τη συγκρότηση ενός νέου ΝΑΤΟϊκού στρατηγείου στα Αδανα. Είναι το ευρύτερο ζήτηµα, που αναφέρεται στους όρους µε τους οποίους θα τεθεί αυτό που η Τουρκία και άλλοι ονοµάζουν «στρατηγική αναπροσαρµογή» της Συµµαχίας.

Εάν αυτό περιλαµβάνει τουρκική αναπλήρωση αµερικανικών κενών, το ΝΑΤΟ θα έχει εισέλθει σε φάση περιδίνησης. Εάν η Τουρκία, στη συνέχεια, κάνει βήµατα και στην επιδίωξή της να έχει ενεργό ρόλο στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, τότε η Ε.Ε. θα υιοθετήσει δύο διακριτές, αλλά συγκλίνουσες λογικές που την οδηγούν σε ένα προβληµατικό µέλλον: τη λογική της διεύρυνσης έναντι της εµβάθυνσης και τη λογική των διακρατικών ισορροπιών έναντι της κοινοτικής µεθόδου. Το ΝΑΤΟ, σε κάθε περίπτωση, θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη του συστήµατος συλλογικής ασφάλειας που κληρονοµήσαµε. Οπως εξηγώ από καιρό, πέρα από τις διακυµάνσεις και τις προβλέψεις περί διευθετήσεων ή συνεχιζόµενων συγκρούσεων, διαµορφώνεται ήδη µια συνολική εικόνα. Η δεύτερη περίοδος Τραµπ εµφανίζει, ταυτόχρονα, στοιχεία αυξηµένης εξαναγκαστικής διπλωµατίας κατά πάντων και στοιχεία µειωµένης αποτελεσµατικότητας (βλ. Ιράν). Για την Ευρώπη, η επόµενη περίοδος φέρνει ακραίες προκλήσεις. Ενα νέο, εγγενώς πολυκεντρικό και λιγότερο προβλέψιµο, ευρωατλαντικό σύστηµα ασφάλειας θα προκύψει µόνον εάν µετά τις προεδρικές εκλογές του Νοεµβρίου 2028 συµφωνηθούν νέες νόρµες συνεργασίας, µε περισσότερες αυτονοµίες και περισσότερες ανοχές, αλλά και µε µια σταδιακά προσαρµοζόµενη συλλογική διαβούλευση για την εκµετάλλευση των παγκόσµιων προκλήσεων, την ανίχνευση των κινδύνων και την αναζήτηση κοινών λύσεων.

Ο Κώστας Λάβδας είναι καθηγητής και πρόεδρος του Τµήµατος ∆ιεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήµιο


Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά