"Συνταγματική Αναθεώρηση: Για τις επόμενες γενιές και όχι για τις επόμενες εκλογές" - Άρθρο της Σέβης Βολουδάκη
Άρθρο γνώμης
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία μιας χώρας που η πολιτική καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην απλή διαχείριση της καθημερινότητας και στη διαμόρφωση του μέλλοντος
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία μιας χώρας που η πολιτική καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην απλή διαχείριση της καθημερινότητας και στη διαμόρφωση του μέλλοντος. Η συνταγματική αναθεώρηση ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Δεν αφορά μια κυβέρνηση ούτε μια κοινοβουλευτική θητεία. Αφορά το πώς θέλουμε να λειτουργεί η Ελλάδα τις επόμενες δεκαετίες.
Η πρόταση που κατέθεσε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση τριάντα άρθρων του Συντάγματος αποτελεί μια ολοκληρωμένη προσπάθεια εκσυγχρονισμού του θεσμικού πλαισίου της χώρας, ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής δημοκρατίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι για πρώτη φορά ανοίγει με τόση αποφασιστικότητα η συζήτηση για το άρθρο 16. Για δεκαετίες, η Ελλάδα αποτελούσε εξαίρεση στην Ευρώπη, στερώντας από τους νέους περισσότερες επιλογές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και οδηγώντας χιλιάδες οικογένειες να επενδύουν τεράστια ποσά σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Η δυνατότητα λειτουργίας μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων υπό αυστηρή κρατική εποπτεία δημιουργεί ένα περιβάλλον υγιούς ανταγωνισμού που μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός αναβάθμισης ολόκληρης της ανώτατης εκπαίδευσης και όχι ως απειλή για τα δημόσια πανεπιστήμιά μας.
Το ίδιο μεταρρυθμιστικό πνεύμα αποτυπώνεται και στην πρόταση για το άρθρο 103 σχετικά με τη μονιμότητα στο Δημόσιο. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η αλλαγή αυτή δεν έρχεται τιμωρητικά ούτε αποτελεί ιδεολογική εμμονή απέναντι στους δημόσιους υπαλλήλους. Αποτελεί στοιχειώδη υποχρέωση απέναντι στους πολίτες που χρηματοδοτούν το κράτος και απαιτούν υπηρεσίες υψηλής ποιότητας. Ένα σύγχρονο κράτος οφείλει να επιβραβεύει την αριστεία, να ενισχύει τους συνεπείς υπαλλήλους και να διαθέτει μηχανισμούς αντιμετώπισης της αποδεδειγμένης και διαρκούς ανεπάρκειας. Η μονιμότητα δεν μπορεί να ταυτίζεται με την απουσία λογοδοσίας. Η συνταγματική προστασία της δημόσιας διοίκησης δεν σχεδιάστηκε για να προστατεύει την αναποτελεσματικότητα, αλλά την ανεξαρτησία του κράτους από πολιτικές παρεμβάσεις.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι αλλαγές που προτείνονται για την ποινική ευθύνη των υπουργών και τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Πρόκειται για παρεμβάσεις που ανταποκρίνονται σε ένα διαχρονικό αίτημα της κοινωνίας για περισσότερη διαφάνεια, ισχυρότερους θεσμούς και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Η δημοκρατία ισχυροποιείται όταν οι θεσμοί γίνονται πιο αξιόπιστοι και όχι όταν παραμένουν εγκλωβισμένοι σε ξεπερασμένες διαδικασίες.
Ταυτόχρονα, η πρόταση της κυβέρνησης και του Κυριάκου Μητσοτάκη κοιτάζει μπροστά. Η συνταγματική κατοχύρωση της δημοσιονομικής ευθύνης δεν αποτελεί ιδεολογική επιλογή. Είναι θεσμική ασφάλεια απέναντι στον δημοσιονομικό λαϊκισμό που οδήγησε τη χώρα στη βαθύτερη οικονομική κρίση της μεταπολίτευσης. Η αναγνώριση της προσιτής στέγης ως υποχρέωσης της Πολιτείας, η πρόβλεψη για την προστασία των προσωπικών δεδομένων απέναντι στις προκλήσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης και η επέκταση της επιστολικής ψήφου αποδεικνύουν ότι στόχος της αναθεώρησης είναι να προετοιμάσει την Ελλάδα για τις ανάγκες και τις προκλήσεις του αύριο.
Απέναντι σε αυτή την πρόταση, η στάση της αντιπολίτευσης αποδεικνύεται κατώτερη των περιστάσεων. Το ΠΑΣΟΚ επέλεξε το «παρών» σε δεκαπέντε κρίσιμες διατάξεις - μεταξύ των οποίων τα άρθρα 16 και 86, η επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, η επιστολική ψήφος και η προσιτή στέγη - παρότι αναγνωρίζει την ανάγκη αλλαγών και έχει καταθέσει δικές του προσεγγίσεις. Στις υπόλοιπες κυβερνητικές προτάσεις επέλεξε την καταψήφιση. Αντίστοιχα, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, Ελληνική Λύση και Νίκη απέρριψαν συνολικά την πρόταση.
Το επιχείρημα του ΠΑΣΟΚ ότι δε θέλει να δώσει σήμερα τις 180 ψήφους, ώστε να μην μπορεί η επόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία να καθορίσει τις αλλαγές με 151, αποκαλύπτει ότι οι μελλοντικοί κομματικοί συσχετισμοί το απασχολούν περισσότερο από τη σημερινή δυνατότητα θεσμικής συνεννόησης. Το «παρών» σε αλλαγές τις οποίες επί της αρχής θεωρεί αναγκαίες δημιουργεί μια εμφανή αντίφαση. Στη συνταγματική αναθεώρηση η πολιτική ευθύνη δεν κρίνεται από την πρόθεση αλλά από την ψήφο. Οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις απαιτούν καθαρές επιλογές και όχι ενδιάμεσες ισορροπίες.
Είναι αυτονόητο ότι κάθε συνταγματική αλλαγή πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ουσιαστικού διαλόγου. Όμως ο διάλογος δεν μπορεί να μετατρέπεται σε άλλοθι ακινησίας. Όσοι απορρίπτουν συλλήβδην κάθε μεταρρύθμιση ουσιαστικά υπερασπίζονται ένα θεσμικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε για τις ανάγκες μιας άλλης εποχής.
Η ιστορία των μεγάλων συνταγματικών μεταρρυθμίσεων δείχνει ότι καμία ουσιαστική αλλαγή δεν υπήρξε ποτέ πολιτικά εύκολη. Απαιτεί θεσμική αυτοπεποίθηση, πολιτική βούληση και καθαρό προσανατολισμό προς το μέλλον. Η πρωτοβουλία της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη κινείται σε αυτή την κατεύθυνση, επιδιώκοντας να διαμορφώσει ένα Σύνταγμα πιο λειτουργικό, πιο σύγχρονο και πιο ανθεκτικό στις προκλήσεις των επόμενων δεκαετιών. Άλλωστε, η ευθύνη μιας συνταγματικής αναθεώρησης δεν μετριέται με τον εκλογικό κύκλο, αλλά με το θεσμικό της αποτύπωμα στις επόμενες γενιές.
Η Ελλάδα έχει σήμερα την ευκαιρία να κάνει ένα αποφασιστικό βήμα θεσμικού εκσυγχρονισμού. Η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι μια κομματική άσκηση· είναι μια εθνική ευθύνη. Γιατί ένα Σύνταγμα οφείλει να απαντά στις ανάγκες της εποχής του, διατηρώντας ακέραιες τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας.
En