Από την έναρξη του φθινοπώρου και εντεύθεν, η χώρα μας τυπικά μπαίνει σε προεκλογική τροχιά, μιας και όλα δείχνουν ότι οι εκλογές θα διεξαχθούν την άνοιξη του 2027. Στον δρόμο προς τις κάλπες η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να αντιστρέψει την εικόνα φθοράς που παρουσιάζει έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, καθώς, όπως φαίνεται και από επιμέρους ερωτήματα που τίθενται στις δημοσκοπήσεις, η κοινωνία έχει επηρεαστεί από την οικονομία, το κόστος ζωής και την ακρίβεια, ενώ ζητήματα που αφορούν τη διαφάνεια φαίνεται ότι επηρεάζουν το προφίλ της.

Διαβάστε: Περιφέρεια: Το σχέδιο της κυβέρνησης για να ζωντανέψουν τα ελληνικά χωριά - Οι πέντε πυλώνες



Τα μεγάλα διλήμματα που θα κρίνουν τις εκλογές

Ωστόσο, όπως έχει καταγραφεί τα προηγούμενα χρόνια, όλα αυτά μπορούν να αλλάξουν σε μία ημέρα λόγω έκτακτης συγκυρίας, όπως είναι για παράδειγμα μια κρίση στα Ελληνοτουρκικά ή στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, με αποτέλεσμα να βρεθεί στην πρώτη γραμμή το ζήτημα της ασφάλειας. Επίσης σημαντικό ρόλο στο αποτέλεσμα των εκλογών θα παίξει το κατά πόσο η δημιουργία κόμ ματος του Αντώνη Σαμαρά θα επηρεάσει τη Ν.Δ., αλλά και η συμμετοχή των ψηφοφόρων, καθώς τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση της αποχής.

Στον αντίποδα, η αντιπολίτευση, και ειδικότερα το ΠΑΣΟΚ αλλά και η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, θα επιχειρήσουν να παρουσιάσουν μια εναλλακτική πρόταση, προκειμένου να δείξουν στους ψηφοφόρους ότι μπορούν να οδηγήσουν τη χώρα στην επόμενη ημέρα. Με τα τωρινά δεδομένα και με τη γλώσσα των αριθμών, η Ν.Δ. μπορεί να είναι στην πρώτη θέση των δημοσκοπήσεων, αλλά φαίνεται να βρίσκεται πολύ μακριά από τον πήχη της αυτοδυναμίας. Παράλληλα, κανένα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν είναι διατεθειμένο να συγκυβερνήσει με τη Ν.Δ. και έτσι είναι ορατό το ενδεχόμενο και δεύτερης προσφυγής στις κάλπες, όπως είχε συμβεί και το 2023 με τη διπλή εκλογική αναμέτρηση του Μαΐου και του Ιουνίου. Τα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» ζήτησαν την άποψη των ειδικών αναφορικά με το τι θα κρίνει την εκλογική αναμέτρηση του 2027.

Κοινωνικές ανησυχίες

«Οι επόμενες εκλογές δεν θα κριθούν από τη σημερινή δημοσκοπική εικόνα, αλλά από το αν και πώς θα αλλάξει η πολιτική ατμόσφαιρα μέχρι την κάλπη. Θα κριθούν από το εάν η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση θα μετατραπεί σε εμπιστοσύνη προς μια εναλλακτική πρόταση, από το ποιος θα πείσει ότι διαθέτει την ικανότητα να κυβερνήσει και, κυρίως, από το εάν οι ψηφοφόροι θα θεωρήσουν ότι η εκλογική αναμέτρηση μπορεί να κριθεί από τον πρώτο γύρο ή ότι θα χρειαστεί μια δεύτερη κάλπη για να διαμορφωθούν οι τελικοί συσχετισμοί. Εξι μήνες, άλλωστε, στην πολιτική είναι τεράστιος χρόνος. Η Ν.Δ. εξακολουθεί να διαθέτει το βασικό πλεονέκτημα της πρωτιάς και της κυβερνητικής εμπειρίας. Ταυτόχρονα, όμως, αντιμετωπίζει μια φθορά, που δεν αφορά μόνο την οικονομία. Η ακρίβεια και το κόστος ζωής παραμένουν κρίσιμα θέματα, ενώ ζητήματα διαφάνειας, λογοδοσίας και ο τρόπος άσκησης της εξουσίας επηρεάζουν επίσης την εικόνα της. Το ζητούμενο για την κυβέρνηση θα είναι να δείξει ότι ακούει τις κοινωνικές ανησυχίες, αναγνωρίζει τα προβλήματα και μπορεί να διατηρήσει την αίσθηση αποτελεσματικότητας και σταθερότητας», σημειώνει μιλώντας στα «Π» ο σύμβουλος στρατηγικής επικοινωνίας Γιάννης Ράζος.

Οπως επισημαίνει ο ίδιος, «στην αντιπολίτευση το πρόβλημα είναι διαφορετικό. Υπάρχει δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά δεν έχει μετατραπεί ακόμη σε ισχυρό αίσθημα εμπιστοσύνης προς μια εναλλακτική διακυβέρνηση. Το έλλειμμα ηγετικότητας και η αμφιβολία για την αποτελεσματικότητα παραμένουν σημαντικά εμπόδια. Το ερώτημα δεν είναι µόνο “ποιος θα τιµωρήσει τη Ν.∆.”, αλλά “ποιον θεωρεί ικανό να κυβερνήσει”. Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σηµασία θα έχει και το εκλογικό σενάριο που θα επικρατήσει στην κοινωνία. Θα πειστούν οι ψηφοφόροι ότι η πρώτη κάλπη µπορεί να δώσει ουσιαστικά το αποτέλεσµα ή θα προσέλθουν σε αυτήν θεωρώντας ότι η πραγµατική µάχη θα κριθεί στη δεύτερη αναµέτρηση; Η προσδοκία για το αν υπάρχει ή όχι “δεύτερος γύρος” µπορεί να επηρεάσει στρατηγικές επιλογές, συσπειρώσεις, µετακινήσεις ψηφοφόρων και την ίδια τη δυναµική της πρώτης κάλπης».



Έκτακτα γεγονότα

«Παράλληλα, κανείς δεν µπορεί να αγνοήσει τα έκτακτα γεγονότα. Μια κρίση µε την Τουρκία, µια διεθνής αναστάτωση ή ένα σοβαρό εσωτερικό γεγονός µπορούν να αλλάξουν µέσα σε λίγες εβδοµάδες τις πολιτικές προτεραιότητες και να αναδείξουν ξανά ως κεντρικό κριτήριο την αίσθηση ασφάλειας και ηγετικής επάρκειας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η πιθανή πολιτική παρουσία του Αντώνη Σαµαρά, που φιλοδοξεί να απευθυνθεί σε ένα τµήµα συντηρητικών ψηφοφόρων, που αναζητούν µια πιο θεσµική έκφραση διαµαρτυρίας», υποστηρίζει ακόµα.

«Τελικά, η κάλπη δεν θα κριθεί από το ποιος έχει σήµερα τους περισσότερους δυσαρεστηµένους ψηφοφόρους. Θα κριθεί από το ποιος θα πείσει ότι µπορεί να µετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε πολιτική αλλαγή και την αβεβαιότητα σε εµπιστοσύνη. Και, µαζί µε αυτό, από το εάν οι πολίτες θα πιστέψουν ότι η πρώτη κάλπη µπορεί να είναι και η καθοριστική. Αυτή είναι η πραγµατική µάχη που µόλις τώρα αρχίζει - και ίσως το κρισιµότερο στοίχηµα της επόµενης εκλογικής αναµέτρησης», καταλήγει ανακεφαλαιώνοντας ο κ. Ράζος.

«Στο ερώτηµα τι θα κρίνει τις επόµενες εκλογές θα απαντούσα: η συµµετοχή. Πιο συγκεκριµένα, ο καθοριστικός παράγοντας θα είναι οι κοινωνικές οµάδες που θα επιλέξουν τον δρόµο προς την κάλπη», αναφέρει, από την πλευρά της, η Μαρία Καρακλιούµη, πολιτική αναλύτρια και CEO της Spin Communications και SpearMind.AI.

«Από το 2009, τις τελευταίες εκλογές πριν από τα µνηµόνια, έως τον Ιούνιο του 2023 σχεδόν 1,8 εκατοµµύρια λιγότεροι πολίτες προσήλθαν στις κάλπες. Είναι άνθρωποι που δεν βλέπουν τον εαυτό τους στο κάδρο της δηµοκρατίας και έχουν αποφασίσει πως η πολιτική δεν µπορεί να προσφέρει καλύτερες µέρες», αναφέρει η κ. Καρακλιούµη και υποστηρίζει ότι «είναι εκείνοι που, επειδή απορρίπτουν την εκλογική διαδικασία, επιλέγουν να µεταβιβάζουν την ευθύνη τους σε όσους ασκούν το εκλογικό τους δικαίωµα».

Οπως συµπεραίνει η ίδια, «οι εκλογές γίνονται µε τους πρόθυµους να συµµετάσχουν, καθώς οι επιλογές που µετρούν είναι εκείνες που µπαίνουν στην κάλπη και όχι αυτές που εκφράζονται ως κοινωνική δυσαρέσκεια ή προβληµατισµός». «Χωρίς αµφιβολία, οι πολιτικοί θεσµοί µετά τη µνηµονιακή περίοδο δεν έχουν ανακτήσει τη χαµένη εµπιστοσύνη των πολιτών και δοκιµάζονται σε κάθε εκλογική διαδικασία. Το επίδικο στην παρούσα φάση είναι ποιο πολιτικό ακροατήριο θα συµµετάσχει στις εκλογές», δηλώνει ακόµα και διερωτάται: «Θα είναι το σύνηθες εκλογικό σώµα, που πολλές φορές λειτουργεί περισσότερο ως καταναλωτής πολιτικών υποσχέσεων παρά ως ενεργός πολίτης, ή θα επιλέξουν να ακουστεί η φωνή τους και άνθρωποι που έως τώρα απείχαν, αλλά υπό το κράτος θυµού και αγανάκτησης θα επιχειρήσουν την ανατροπή;». «Σε ένα ώριµο πολιτικό σύστηµα, οι πολίτες, σκεπτόµενοι τις ανάγκες τους, θα επέλεγαν την προσωπικότητα του αρχηγού ή το πρόγραµµα του κόµµατος που θα µπορούσε να βελτιώσει την καθηµερινότητά τους, να ενισχύσει τους θεσµούς και να διοικήσει µε λογοδοσία και δικαιοσύνη. Στη δική µας περίπτωση, απλώς ψηφίζουµε µε τη λογική του “µικρότερου κακού”, καθώς δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια πολιτική δύναµη που να δηµιουργεί θετικούς συνειρµούς. Αυτό το γνωρίζει και η κυβέρνηση και επιχειρεί να προβληθεί όχι ως η καλύτερη, αλλά ως η αυτονόητη επιλογή, εκείνη που η συγκυρία καθιστά αναντικατάστατη», καταλήγει η κ. Καρακλιούµη.

Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά