Άκης Σκέρτσος στην "Απογευματινή": "Όλη η αλήθεια για τους ελέγχους στην ιδιωτική Υγεία"
Το άρθρο του υπουργού Επικρατείας
"Η συζήτηση για την ιδιωτική Υγεία δεν πρέπει να γίνει ούτε πεδίο συγκάλυψης ευθυνών ούτε πεδίο πολιτικής εκµετάλλευσης µιας ανθρώπινης τραγωδίας από την αντιπολίτευση", τονίζει ο Άκης Σκέρτσος
Τη δική του απάντηση στην κριτική περί κατάργησης ελέγχων στην ιδιωτική Υγεία από το 2019, με φόντο τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη, αλλά και την απόφαση να καταργηθεί ως ξεχωριστή δομή το Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας, έδωσε ο Άκης Σκέρτσος με άρθρο του στην «Απογευματινή». Ο υπουργός Επικρατείας τόνισε πως οι ελεγκτικές αρμοδιότητες του εν λόγω Σώματος πέρασαν στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, αναφέροντας πως «δεν καταργήθηκε ο έλεγχος», αλλά «άλλαξε ο θεσμός που τον ασκεί». Επισήμανε, δε, πως όλες οι αποφάσεις για τη λειτουργία των ιατρείων και των πολυϊατρείων ανήκουν στους οικείους ιατρικούς συλλόγους, απόφαση που ελήφθη επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και διατηρήθηκε επί ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό, πάντως, όπως τόνισε, δεν σημαίνει και κατάργηση των ελέγχων.
Παράλληλα, ο κ. Σκέρτσος σημείωσε πως ο έλεγχος στην ιδιωτική Υγεία πάει ένα βήμα παραπέρα, χάρη στην τεχνητή νοημοσύνη και το νέο εργαλείο MedWatch, με το μοντέλο ελέγχων πλέον να μην αρκείται απλώς στην κατάθεση καταγγελιών. «Χρησιµοποιούµε τα διαθέσιµα δεδοµένα για να εντοπίσουµε έγκαιρα τις ενδείξεις και να κατευθύνουµε τον έλεγχο εκεί όπου υπάρχει µεγαλύτερος κίνδυνος», ανέφερε χαρακτηριστικά, με την εν λόγω δυνατότητα να αφορά πλέον και τον πολίτη, καθώς «δηµιουργείται εφαρµογή µέσω της οποίας θα µπορεί να ελέγχει ψηφιακά το προφίλ ενός ιατρείου και του γιατρού πριν λάβει µια υπηρεσία, αλλά και να υποβάλει καταγγελία για πιθανές παραβάσεις στις αρµόδιες Αρχές».
Ακούστηκε τις τελευταίες ηµέρες ότι δήθεν από το 2019 καταργήθηκαν οι έλεγχοι στην ιδιωτική Υγεία. Ότι το κράτος αποσύρθηκε από την εποπτεία ιδιωτικών ιατρείων, διαγνωστικών κέντρων και κέντρων αισθητικής. Και ότι οι αρµοδιότητες µεταφέρθηκαν στους ιατρικούς συλλόγους από τη σηµερινή κυβέρνηση. Τίποτα από αυτά δεν αποτυπώνει την πραγµατικότητα.
Το 2019 πράγµατι έπαψε να υπάρχει το Σώµα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας ως ξεχωριστή υπηρεσιακή δοµή του υπουργείου Υγείας. Οι ελεγκτικές του αρµοδιότητες, όµως, όπως και το ανθρώπινο δυναµικό του, µεταφέρθηκαν στην Εθνική Αρχή ∆ιαφάνειας. ∆εν καταργήθηκε ο έλεγχος. Άλλαξε ο θεσµός που τον ασκεί.
Και η αλλαγή αυτή δεν ήταν απλώς διοικητική. Εντάχθηκε σε µια ευρύτερη µεταρρύθµιση, µε τη δηµιουργία ενός ενιαίου, ανεξάρτητου ελεγκτικού θεσµού, στον οποίο συγκεντρώθηκαν οι αρµοδιότητες προηγούµενων ελεγκτικών σωµάτων. Ο στόχος ήταν να περιοριστούν ο κατακερµατισµός και οι επικαλύψεις και να δηµιουργηθεί ένα πιο σύγχρονο και συνεκτικό σύστηµα ελέγχου, όπως έχει ήδη δηµόσια αναγνωριστεί ότι συνέβη από τον ΟΟΣΑ.
Τι σηµαίνει αυτό στην πράξη; Σηµαίνει ότι οι έλεγχοι στην Υγεία δεν είναι µια θεωρητική δυνατότητα που υπάρχει µόνο στα χαρτιά. Από την ίδρυση της Εθνικής Αρχής ∆ιαφάνειας έως τον Ιούνιο του 2026 έχουν εκδοθεί περισσότερα από 2.500 πορίσµατα ειδικών ελέγχων για την προστασία της δηµόσιας Υγείας, περισσότερα από 1.500 πορίσµατα τακτικού ελεγκτικού έργου και έχουν ολοκληρωθεί περίπου 1.400 διερευνήσεις. Έχουν πραγµατοποιηθεί 287 έλεγχοι σε ιδιωτικές µονάδες Υγείας, ενώ τουλάχιστον 40 υποθέσεις αφορούσαν προκαταρκτικές εξετάσεις κατόπιν εισαγγελικών παραγγελιών. Και οι τακτικοί έλεγχοι αυξήθηκαν από 11 το 2020 σε 374 το 2025, χωρίς σε αυτούς να υπολογίζονται οι έκτακτοι έλεγχοι, οι διερευνήσεις καταγγελιών, οι Ε∆Ε και οι έλεγχοι που πραγµατοποιούνται κατόπιν εισαγγελικών παραγγελιών.
∆εν πρόκειται, λοιπόν, για έναν ελεγκτικό µηχανισµό που απουσιάζει. Ελέγχονται ιδιωτικά ιατρεία, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, φαρµακεία, δοµές ψυχικής υγείας και κέντρα αισθητικής. Εξετάζεται η νοµιµότητα των εγκαταστάσεων, η ύπαρξη της απαιτούµενης άδειας, η παρουσία επιστηµονικά υπευθύνου, τα επαγγελµατικά προσόντα του προσωπικού, η τήρηση της ιατρικής δεοντολογίας και, όπου απαιτείται, η ορθή συνταγογράφηση. Και οι έλεγχοι δεν είναι τυπικές διαδικασίες. Έχουν εντοπιστεί περιπτώσεις όπου πραγµατοποιούνταν ιατρικές ή αισθητικές πράξεις από πρόσωπα χωρίς τα απαιτούµενα προσόντα, λειτουργούσαν δοµές χωρίς την υποχρεωτική παρουσία επιστηµονικά υπευθύνου ή χωρίς άδεια λειτουργίας και απασχολούνταν πρόσωπα χωρίς τις νόµιµες επαγγελµατικές προϋποθέσεις. Σοβαρές περιπτώσεις έχουν διαβιβαστεί στα αρµόδια πειθαρχικά όργανα και στην Εισαγγελία.
Υπάρχει όµως και µια δεύτερη σύγχυση που πρέπει να ξεκαθαρίσει. Η αρµοδιότητα για τη χορήγηση, αναστολή ή ανάκληση των αδειών λειτουργίας ιατρείων και πολυϊατρείων µεταφέρθηκε στους κατά τόπους ιατρικούς και οδοντιατρικούς συλλόγους µε τον νόµο 4025/2011, επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, και τέθηκε σε ισχύ από το 2012. Το ίδιο θεσµικό πλαίσιο παρέµεινε σε ισχύ και επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Άρα δεν πρόκειται για επιλογή που έκανε το 2019 η κυβέρνηση της Νέας ∆ηµοκρατίας. Και κυρίως: η αρµοδιότητα των ιατρικών συλλόγων για την αδειοδότηση δεν σηµαίνει κατάργηση του κρατικού ελέγχου. Η Εθνική Αρχή ∆ιαφάνειας εξακολουθεί να διενεργεί αυτοτελείς ελέγχους, να εξετάζει καταγγελίες και να πραγµατοποιεί συστηµικούς και στοχευµένους ελέγχους. Αυτό δεν σηµαίνει, βέβαια, ότι πρέπει να θεωρήσουµε πως το σύστηµα είναι τέλειο.
Κανένα σύστηµα ελέγχου δεν είναι τέλειο. Και κάθε φορά που µια ανθρώπινη ζωή χάνεται ή αποκαλύπτεται µια σοβαρή παραβατική συµπεριφορά, η Πολιτεία οφείλει να εξετάζει αν υπήρχε ένα κενό που δεν εντοπίστηκε έγκαιρα και τι µπορεί να γίνει καλύτερα. Αυτό σηµαίνει ανάληψη ευθύνης. Το πραγµατικό ζητούµενο σήµερα δεν είναι απλώς να έχουµε περισσότερους ελέγχους. Είναι να έχουµε εξυπνότερους, πιο στοχευµένους και αποτελεσµατικούς ελέγχους. Η τεχνολογία µάς δίνει πλέον αυτή τη δυνατότητα.
Για χρόνια το µοντέλο σε µεγάλο βαθµό απλώς υποδεχόταν καταγγελίες: κάποιος καταγγέλλει, η καταγγελία αξιολογείται και στη συνέχεια ξεκινά ο έλεγχος. Σήµερα µπορούµε να κάνουµε ένα ακόµα βήµα. Να αξιοποιούµε δεδοµένα και ψηφιακά ίχνη ώστε να εντοπίζουµε νωρίτερα πού υπάρχουν ενδείξεις κινδύνου και να κατευθύνουµε εκεί τους ελεγκτικούς πόρους. Αυτό ακριβώς επιχειρεί να κάνει η νέα ψηφιακή εφαρµογή MedWatch του υπουργείου Υγείας. Με τη χρήση τεχνητής νοηµοσύνης παρακολουθεί την ψηφιακή παρουσία ιδιωτικών δοµών Υγείας και τις ιατρικές διαφηµίσεις στο Διαδίκτυο και στα µέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα ευρήµατα µπορούν στη συνέχεια να διασταυρώνονται µε στοιχεία όπως η άδεια λειτουργίας, η ειδικότητα του γιατρού και ο προβλεπόµενος εξοπλισµός.
Μέχρι σήµερα έχουν εντοπιστεί 231 µονάδες που χρήζουν ελέγχου και η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει. Αυτό είναι µια σηµαντική αλλαγή φιλοσοφίας. ∆εν περιµένουµε πάντοτε να γίνει πρώτα η παράβαση, να υποστεί κάποιος πολίτης τις συνέπειές της και µετά να πληροφορηθεί το κράτος τι συνέβη. Χρησιµοποιούµε τα διαθέσιµα δεδοµένα για να εντοπίσουµε έγκαιρα τις ενδείξεις και να κατευθύνουµε τον έλεγχο εκεί όπου υπάρχει µεγαλύτερος κίνδυνος. Το ίδιο ισχύει και για τον πολίτη. ∆ηµιουργείται εφαρµογή µέσω της οποίας θα µπορεί να ελέγχει ψηφιακά το προφίλ ενός ιατρείου και του γιατρού πριν λάβει µια υπηρεσία, αλλά και να υποβάλλει καταγγελία για πιθανές παραβάσεις στις αρµόδιες Αρχές.
Αυτό είναι το κράτος που χρειαζόµαστε σήµερα. Ένα κράτος προνοητικό, που δεν περιµένει απλώς τις καταγγελίες. Που χρησιµοποιεί δεδοµένα. Αξιοποιεί την τεχνητή νοηµοσύνη. Κατευθύνει τους ελεγκτικούς του πόρους εκεί όπου υπάρχει πραγµατικός κίνδυνος. ∆ίνει περισσότερα εργαλεία στον ίδιο τον πολίτη. Αλλά και ένα κράτος που δεν φοβάται να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Η συζήτηση για την ιδιωτική Υγεία δεν πρέπει να γίνει ούτε πεδίο συγκάλυψης ευθυνών ούτε πεδίο πολιτικής εκµετάλλευσης µιας ανθρώπινης τραγωδίας από την αντιπολίτευση. Χρειάζεται σοβαρότητα, στοιχεία και, πάνω από όλα, σεβασµός στον άνθρωπο που χάθηκε, την οικογένειά του αλλά και σε όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες που τον θαύµαζαν.
Η δηµόσια διοίκηση πρέπει να βελτιώνεται διαρκώς. Να µαθαίνει από τα περιστατικά. Να κλείνει κενά. Να αξιοποιεί κάθε νέο εργαλείο. Και να περνά από το µοντέλο του ελέγχου που έρχεται µετά το πρόβληµα στο µοντέλο της πρόληψης που µπορεί να το εντοπίσει πριν γίνει πρόβληµα. Αυτός είναι ο πραγµατικός στόχος: όχι ένα κράτος που απλώς ελέγχει περισσότερο, αλλά ένα κράτος που βλέπει νωρίτερα, παρεµβαίνει στοχευµένα και προστατεύει καλύτερα. Γιατί στην Υγεία, όπως και παντού στη δηµόσια πολιτική, η επιτυχία δεν µετριέται µόνο από το πόσους ελέγχους κάναµε. Μετριέται και από το πόσα προβλήµατα προλάβαµε. Και τελικά, από το πόσους ανθρώπους προστατεύσαµε».
Παράλληλα, ο κ. Σκέρτσος σημείωσε πως ο έλεγχος στην ιδιωτική Υγεία πάει ένα βήμα παραπέρα, χάρη στην τεχνητή νοημοσύνη και το νέο εργαλείο MedWatch, με το μοντέλο ελέγχων πλέον να μην αρκείται απλώς στην κατάθεση καταγγελιών. «Χρησιµοποιούµε τα διαθέσιµα δεδοµένα για να εντοπίσουµε έγκαιρα τις ενδείξεις και να κατευθύνουµε τον έλεγχο εκεί όπου υπάρχει µεγαλύτερος κίνδυνος», ανέφερε χαρακτηριστικά, με την εν λόγω δυνατότητα να αφορά πλέον και τον πολίτη, καθώς «δηµιουργείται εφαρµογή µέσω της οποίας θα µπορεί να ελέγχει ψηφιακά το προφίλ ενός ιατρείου και του γιατρού πριν λάβει µια υπηρεσία, αλλά και να υποβάλει καταγγελία για πιθανές παραβάσεις στις αρµόδιες Αρχές».
Το άρθρο του Άκη Σκέρτσου στην "Απογευματινή"
«Η απώλεια ενός ανθρώπου είναι πάντα µια στιγµή για να σταµατήσουµε και να αναρωτηθούµε: Τι δεν πήγε καλά; Υπήρχε κάτι που θα µπορούσε να έχει γίνει διαφορετικά; Τι µπορούµε να κάνουµε καλύτερα από εδώ και πέρα; Αυτό ισχύει ακόµα περισσότερο όταν ένα σοβαρό περιστατικό φέρνει στο προσκήνιο τη λειτουργία ενός ολόκληρου συστήµατος. Με αφορµή την υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη, η συζήτηση για την εποπτεία της ιδιωτικής Υγείας είναι απολύτως θεµιτή και χρήσιµη. ∆εν πρέπει όµως να γίνεται µε µύθους και ανακριβείς ισχυρισµούς.Ακούστηκε τις τελευταίες ηµέρες ότι δήθεν από το 2019 καταργήθηκαν οι έλεγχοι στην ιδιωτική Υγεία. Ότι το κράτος αποσύρθηκε από την εποπτεία ιδιωτικών ιατρείων, διαγνωστικών κέντρων και κέντρων αισθητικής. Και ότι οι αρµοδιότητες µεταφέρθηκαν στους ιατρικούς συλλόγους από τη σηµερινή κυβέρνηση. Τίποτα από αυτά δεν αποτυπώνει την πραγµατικότητα.
Το 2019 πράγµατι έπαψε να υπάρχει το Σώµα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας ως ξεχωριστή υπηρεσιακή δοµή του υπουργείου Υγείας. Οι ελεγκτικές του αρµοδιότητες, όµως, όπως και το ανθρώπινο δυναµικό του, µεταφέρθηκαν στην Εθνική Αρχή ∆ιαφάνειας. ∆εν καταργήθηκε ο έλεγχος. Άλλαξε ο θεσµός που τον ασκεί.
Και η αλλαγή αυτή δεν ήταν απλώς διοικητική. Εντάχθηκε σε µια ευρύτερη µεταρρύθµιση, µε τη δηµιουργία ενός ενιαίου, ανεξάρτητου ελεγκτικού θεσµού, στον οποίο συγκεντρώθηκαν οι αρµοδιότητες προηγούµενων ελεγκτικών σωµάτων. Ο στόχος ήταν να περιοριστούν ο κατακερµατισµός και οι επικαλύψεις και να δηµιουργηθεί ένα πιο σύγχρονο και συνεκτικό σύστηµα ελέγχου, όπως έχει ήδη δηµόσια αναγνωριστεί ότι συνέβη από τον ΟΟΣΑ.
Τι σηµαίνει αυτό στην πράξη; Σηµαίνει ότι οι έλεγχοι στην Υγεία δεν είναι µια θεωρητική δυνατότητα που υπάρχει µόνο στα χαρτιά. Από την ίδρυση της Εθνικής Αρχής ∆ιαφάνειας έως τον Ιούνιο του 2026 έχουν εκδοθεί περισσότερα από 2.500 πορίσµατα ειδικών ελέγχων για την προστασία της δηµόσιας Υγείας, περισσότερα από 1.500 πορίσµατα τακτικού ελεγκτικού έργου και έχουν ολοκληρωθεί περίπου 1.400 διερευνήσεις. Έχουν πραγµατοποιηθεί 287 έλεγχοι σε ιδιωτικές µονάδες Υγείας, ενώ τουλάχιστον 40 υποθέσεις αφορούσαν προκαταρκτικές εξετάσεις κατόπιν εισαγγελικών παραγγελιών. Και οι τακτικοί έλεγχοι αυξήθηκαν από 11 το 2020 σε 374 το 2025, χωρίς σε αυτούς να υπολογίζονται οι έκτακτοι έλεγχοι, οι διερευνήσεις καταγγελιών, οι Ε∆Ε και οι έλεγχοι που πραγµατοποιούνται κατόπιν εισαγγελικών παραγγελιών.
∆εν πρόκειται, λοιπόν, για έναν ελεγκτικό µηχανισµό που απουσιάζει. Ελέγχονται ιδιωτικά ιατρεία, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, φαρµακεία, δοµές ψυχικής υγείας και κέντρα αισθητικής. Εξετάζεται η νοµιµότητα των εγκαταστάσεων, η ύπαρξη της απαιτούµενης άδειας, η παρουσία επιστηµονικά υπευθύνου, τα επαγγελµατικά προσόντα του προσωπικού, η τήρηση της ιατρικής δεοντολογίας και, όπου απαιτείται, η ορθή συνταγογράφηση. Και οι έλεγχοι δεν είναι τυπικές διαδικασίες. Έχουν εντοπιστεί περιπτώσεις όπου πραγµατοποιούνταν ιατρικές ή αισθητικές πράξεις από πρόσωπα χωρίς τα απαιτούµενα προσόντα, λειτουργούσαν δοµές χωρίς την υποχρεωτική παρουσία επιστηµονικά υπευθύνου ή χωρίς άδεια λειτουργίας και απασχολούνταν πρόσωπα χωρίς τις νόµιµες επαγγελµατικές προϋποθέσεις. Σοβαρές περιπτώσεις έχουν διαβιβαστεί στα αρµόδια πειθαρχικά όργανα και στην Εισαγγελία.
Υπάρχει όµως και µια δεύτερη σύγχυση που πρέπει να ξεκαθαρίσει. Η αρµοδιότητα για τη χορήγηση, αναστολή ή ανάκληση των αδειών λειτουργίας ιατρείων και πολυϊατρείων µεταφέρθηκε στους κατά τόπους ιατρικούς και οδοντιατρικούς συλλόγους µε τον νόµο 4025/2011, επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, και τέθηκε σε ισχύ από το 2012. Το ίδιο θεσµικό πλαίσιο παρέµεινε σε ισχύ και επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Άρα δεν πρόκειται για επιλογή που έκανε το 2019 η κυβέρνηση της Νέας ∆ηµοκρατίας. Και κυρίως: η αρµοδιότητα των ιατρικών συλλόγων για την αδειοδότηση δεν σηµαίνει κατάργηση του κρατικού ελέγχου. Η Εθνική Αρχή ∆ιαφάνειας εξακολουθεί να διενεργεί αυτοτελείς ελέγχους, να εξετάζει καταγγελίες και να πραγµατοποιεί συστηµικούς και στοχευµένους ελέγχους. Αυτό δεν σηµαίνει, βέβαια, ότι πρέπει να θεωρήσουµε πως το σύστηµα είναι τέλειο.
Κανένα σύστηµα ελέγχου δεν είναι τέλειο. Και κάθε φορά που µια ανθρώπινη ζωή χάνεται ή αποκαλύπτεται µια σοβαρή παραβατική συµπεριφορά, η Πολιτεία οφείλει να εξετάζει αν υπήρχε ένα κενό που δεν εντοπίστηκε έγκαιρα και τι µπορεί να γίνει καλύτερα. Αυτό σηµαίνει ανάληψη ευθύνης. Το πραγµατικό ζητούµενο σήµερα δεν είναι απλώς να έχουµε περισσότερους ελέγχους. Είναι να έχουµε εξυπνότερους, πιο στοχευµένους και αποτελεσµατικούς ελέγχους. Η τεχνολογία µάς δίνει πλέον αυτή τη δυνατότητα.
Για χρόνια το µοντέλο σε µεγάλο βαθµό απλώς υποδεχόταν καταγγελίες: κάποιος καταγγέλλει, η καταγγελία αξιολογείται και στη συνέχεια ξεκινά ο έλεγχος. Σήµερα µπορούµε να κάνουµε ένα ακόµα βήµα. Να αξιοποιούµε δεδοµένα και ψηφιακά ίχνη ώστε να εντοπίζουµε νωρίτερα πού υπάρχουν ενδείξεις κινδύνου και να κατευθύνουµε εκεί τους ελεγκτικούς πόρους. Αυτό ακριβώς επιχειρεί να κάνει η νέα ψηφιακή εφαρµογή MedWatch του υπουργείου Υγείας. Με τη χρήση τεχνητής νοηµοσύνης παρακολουθεί την ψηφιακή παρουσία ιδιωτικών δοµών Υγείας και τις ιατρικές διαφηµίσεις στο Διαδίκτυο και στα µέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα ευρήµατα µπορούν στη συνέχεια να διασταυρώνονται µε στοιχεία όπως η άδεια λειτουργίας, η ειδικότητα του γιατρού και ο προβλεπόµενος εξοπλισµός.
Μέχρι σήµερα έχουν εντοπιστεί 231 µονάδες που χρήζουν ελέγχου και η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει. Αυτό είναι µια σηµαντική αλλαγή φιλοσοφίας. ∆εν περιµένουµε πάντοτε να γίνει πρώτα η παράβαση, να υποστεί κάποιος πολίτης τις συνέπειές της και µετά να πληροφορηθεί το κράτος τι συνέβη. Χρησιµοποιούµε τα διαθέσιµα δεδοµένα για να εντοπίσουµε έγκαιρα τις ενδείξεις και να κατευθύνουµε τον έλεγχο εκεί όπου υπάρχει µεγαλύτερος κίνδυνος. Το ίδιο ισχύει και για τον πολίτη. ∆ηµιουργείται εφαρµογή µέσω της οποίας θα µπορεί να ελέγχει ψηφιακά το προφίλ ενός ιατρείου και του γιατρού πριν λάβει µια υπηρεσία, αλλά και να υποβάλλει καταγγελία για πιθανές παραβάσεις στις αρµόδιες Αρχές.
Αυτό είναι το κράτος που χρειαζόµαστε σήµερα. Ένα κράτος προνοητικό, που δεν περιµένει απλώς τις καταγγελίες. Που χρησιµοποιεί δεδοµένα. Αξιοποιεί την τεχνητή νοηµοσύνη. Κατευθύνει τους ελεγκτικούς του πόρους εκεί όπου υπάρχει πραγµατικός κίνδυνος. ∆ίνει περισσότερα εργαλεία στον ίδιο τον πολίτη. Αλλά και ένα κράτος που δεν φοβάται να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Η συζήτηση για την ιδιωτική Υγεία δεν πρέπει να γίνει ούτε πεδίο συγκάλυψης ευθυνών ούτε πεδίο πολιτικής εκµετάλλευσης µιας ανθρώπινης τραγωδίας από την αντιπολίτευση. Χρειάζεται σοβαρότητα, στοιχεία και, πάνω από όλα, σεβασµός στον άνθρωπο που χάθηκε, την οικογένειά του αλλά και σε όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες που τον θαύµαζαν.
Η δηµόσια διοίκηση πρέπει να βελτιώνεται διαρκώς. Να µαθαίνει από τα περιστατικά. Να κλείνει κενά. Να αξιοποιεί κάθε νέο εργαλείο. Και να περνά από το µοντέλο του ελέγχου που έρχεται µετά το πρόβληµα στο µοντέλο της πρόληψης που µπορεί να το εντοπίσει πριν γίνει πρόβληµα. Αυτός είναι ο πραγµατικός στόχος: όχι ένα κράτος που απλώς ελέγχει περισσότερο, αλλά ένα κράτος που βλέπει νωρίτερα, παρεµβαίνει στοχευµένα και προστατεύει καλύτερα. Γιατί στην Υγεία, όπως και παντού στη δηµόσια πολιτική, η επιτυχία δεν µετριέται µόνο από το πόσους ελέγχους κάναµε. Μετριέται και από το πόσα προβλήµατα προλάβαµε. Και τελικά, από το πόσους ανθρώπους προστατεύσαµε».
En