Δεν το λες και ενθαρρυντικό το γεγονός ότι το ένα τρίτο των Ελλήνων δεν ανοίγει βιβλίο. Αυτοί οι μη αναγνώστες έχουν σημασία, διότι είναι τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, μέλη ενός εκλογικού σώματος και συμμέτοχοι αναγκαστικά της διαμόρφωσης του πολιτεύματος και της πολιτικής γενικότερα. Διότι ψηφίζουν.

Συμπερασματικά, μπορεί να θεωρήσει κανείς -δικαιολογημένα μάλλον- ότι το εύρος της πολιτιστικής τους δομής και αντίληψης δεν πρέπει να είναι μεγάλο. Εξίσου συμπερασματικά μπορεί να θεωρήσει κανείς ότι αν και υποτιθέμενοι ενεργοί πολίτες, όπως έχουν απέχθεια προς την ανάγνωση, αντιστοίχως μπορεί να τους είναι κουραστική μια πιο ενδελεχής ενημέρωση πάνω στα ζητήματα που καλούνται κάθε φορά από την πολιτεία να αποφασίσουν, προσερχόμενοι μάλιστα με μεγάλη προθυμία να στείλουν το δικό τους «μήνυμα». Το οποίο επίσης μπορούμε να συμπεράνουμε ότι είναι ανάλογης βαρύτητας προς το πολιτιστικό τους επίπεδο και την ατελή γνώση για τα σοβαρά πράγματα που συμβαίνουν στη χώρα τους.

Βεβαίως υπάρχει και ένα άλλο ποσοστό -όπως λένε τα σχετικά στατιστικά στοιχεία- αρκετά μεγάλο, που διαβάζει ένα τουλάχιστον βιβλίο τον χρόνο και από το οποίο μπορεί κανείς να έχει περισσότερες απαιτήσεις, κρίνοντας ότι αυτοί που αποτελούν το ποσοστό αυτό είναι προφανώς και περισσότερο ενημερωμένοι από εκείνους που το βιβλίο τούς απωθεί. Φαντάζομαι ότι τους απωθούν ακόμη και τα κόμικς.

Όμως, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, αυτό το ποσοστό ως τμήμα της ελληνικής κοινωνίας που εμμέσως καλείται να μετάσχει στα κοινά αποτελεί κρίσιμο μέγεθος. Κρίσιμο μέγεθος για τα υπόλοιπα μέλη της ελληνικής κοινωνίας, καθώς μπορεί να επηρεάζει με τις επιλογές του τη δική μας ζωή. Είναι αυτό το κοινωνικό τμήμα που συντηρεί, κατά τεκμήριο, κάθε παλαβό της πολιτικής ζωής, κάθε ερασιτέχνη σωτήρα, ενώ μπορεί και στηρίζει -όπως έχει δείξει το παρελθόν- απίθανες επιλογές που μπορούν να καταστρέψουν μια χώρα. Χωρίς βεβαίως να το αντιλαμβάνονται, διότι, όπως καταλαβαίνει κανείς, και οι προσλαμβάνουσές τους είναι περιορισμένες.

Αυτοί άλλωστε είναι που συντηρούν και την τοξικότητα στην πολιτική ζωή, αφού αποτελούν εύκολο ακροατήριο για εκείνους τους πολιτικούς που τους κρίνουν ως μια εύκολη δεξαμενή οπαδών που δεν έχει μεγάλες απαιτήσεις, αρκούμενη στο να ακούει αυτά που της αρέσουν. Και που προθύμως οι δημαγωγοί και λαϊκιστές της ελληνικής πολιτικής σκηνής τούς κάνουν το χατίρι.

Στο βιβλίο του «Μικρή ιστορία του πολιτισμού», ο ελληνιστής Σουηδός Στούρε Λίνερ παρατηρεί, πολύ σωστά, ότι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη βαρβαρότητα και τον πολιτισμό δεν είναι ένα γεωγραφικό σύνορο ανάμεσα σε δύο λαούς, αλλά ένα ηθικό όριο μέσα σε κάθε λαό, μέσα σε κάθε άνθρωπο.

Αυτό το όριο προφανώς είναι και αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε ότι διαχωρίζει όσους διαβάζουν και όσους το απεχθάνονται. Όριο κρίσιμο βεβαίως, διότι καθορίζει και τις επιλογές που κάνει ο καθένας…

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή