Δεν ξέρω αν είναι αυθαίρετη εκτίµηση ότι όλα τα καλά ή κακά ιστορικώς ξεκινούν από τη Γαλλία. ∆ιότι η Γαλλική Επανάσταση στο όνοµα της Ελευθερίας της Αδελφοσύνης και της Ισότητας αν κατόρθωσε να εξασφαλίσει τη διάρκεια των τριών αυτών βάσεων της ∆ηµοκρατίας και, κυρίως, της λειτουργίας ενός καλύτερου κόσµου, καθ’ όσον αυτό που γνωρίζουµε, -πάλι ιστορικώς- είναι ότι η µεν Αδελφοσύνη είναι κάτι το σχεδόν ανέφικτο, η Ισότητα ουτοπία στο άνισο εκ φύσεως ανθρώπινο είδος, η δε Ελευθερία τυγχάνει τέτοιας εκµετάλλευσης ώστε να καταντά ασυδοσία. Άλλωστε, όπως έχω ξαναγράψει, µας κληρονόµησε και την τροµοκρατία.

Για άλλη µία φορά η Γαλλία µαστίζεται από ταραχές καθώς οι Γάλλοι, µε επικεφαλής τους νέους που είναι πάντα µία εκµεταλλεύσιµη µάζα από επιτήδειους πολιτικούς, ειδικώς µάλιστα όταν η πολιτική τους παιδεία -όπως σε όλο σχεδόν τον κόσµο- περιορίζεται, θέλουν να κάνουν τη δική τους επανάσταση, οιστρηλατούµενοι από τον ιστορικό Μάη του ΄68, αλλά µε πολύ διαφορετικές σηµερινές συνθήκες. ∆ιότι τότε µπορεί και να υπήρχαν ψήγµατα ιδεολογίας στις κινητοποιήσεις, ενώ σήµερα κάθε κινητοποίηση, κάθε τάξης και ηλικίας κατευθύνεται από την ανάγκη για περισσότερα υλικά αγαθά – εύλογη σε ορισµένες περιπτώσεις απαίτηση όταν αφορά κοινωνικά αδικηµένους, µε ευθύνη άλλων. Εδώ που έχουν φτάσει τα πράγµατα είναι φυσικό οι ηγέτες ορισµένων ευρωπαϊκών κρατών και κυρίως εκείνων που συνορεύουν µε τη Γαλλία να ανησυχούν, φοβούµενοι µία «µόλυνση», όπως επιτυχώς από εννοιολογικής πλευράς επισηµαίνεται, από τις ταραχές που συµβαίνουν στο Παρίσι και σε άλλες γαλλικές πόλεις. ∆ιότι ο πειραµατισµός του µιµητισµού είναι µεγάλος, όταν µάλιστα διαπιστώνονται οικονοµικά προβλήµατα σε όλη σχεδόν την Ευρώπη.

Ο µιµητισµός ενδεχοµένως να µπορούσε να αποτελέσει έναν αποµακρυσµένο κίνδυνο για τη χώρα µας, όπου πρωταγωνιστές θα ήταν οι εγχώριοι «αντιεξουσιαστές», που συνήθως επικαλούνται µε ευκολία οιανδήποτε αιτιολογία, προκειµένου, απλώς, να τα κάνουν λαµπόγυαλο, χωρίς να έχει κανένα ιδεολογικό ή κοινωνικής φύσεως υπόβαθρο το εκάστοτε καταστροφικό τους έργο. Γι’ αυτό άλλωστε και η όποια ανησυχία των ελληνικών Αρχών πρωτίστως συνδυάζεται µε τον εορτασµό της επετείου του Πολυτεχνείου ή την επέτειο του άδικου θανάτου του Γρηγορόπουλου και τις τυχόν γνωστές ασχηµίες των εξίσου γνωστών αγνώστων. Αυτό που δεν καταλαβαίνουν στη Γαλλία αλλά και σε άλλες χώρες που πραγµατοποιούνται ανάλογες κινητοποιήσεις και οι οποίες προσλαµβάνουν την έννοια των ταραχών, επειδή η πολιτεία είναι υποχρεωµένη να διαφυλάξει την έννοµη τάξη, είναι ότι οι κυβερνήσεις είναι υποχρεωµένες να ισορροπούν κυριολεκτικά στο τεντωµένο σχοινί των αντοχών των οικονοµιών τους.

Και αυτό διότι οποιαδήποτε παρέκκλιση από τη δηµοσιονοµική πειθαρχία εγκυµονεί τον κίνδυνο ενός ολέθριου οικονοµικού εκτροχιασµού. Το έχουµε ζήσει στη χώρα µας. Ωστόσο, η αυστηρή αυτή πραγµατικότητα συγκρούεται βίαια µε τις πιεστικές ανάγκες της κοινωνίας. Για τον πολίτη που βιώνει τη σκληρή καθηµερινότητα, οι µακροοικονοµικοί περιορισµοί φαντάζουν συχνά ως θεωρητικές δικαιολογίες. Στη συλλογική συνείδηση το κράτος δεν είναι ένας απλός διαχειριστής µεγεθών, αλλά ένας θεσµός µε θεµελιώδη ηθική υποχρέωση: να διασφαλίζει την ευηµερία και ένα καλύτερο µέλλον για τους πολίτες του. Ο κόσµος συνήθως απαιτεί άµεσα αποτελέσµατα για την τσέπη του. Εκεί βρίσκεται η ουσία κάθε λαϊκής δυσφορίας ή αρνητικής αξιολόγησης της οικονοµικής πολιτικής που εφαρµόζεται. ∆ιότι οι πολίτες δεν µπαίνουν στη διαδικασία να αξιολογήσουν ποιες προτεραιότητες πρέπει να βάλει µία κυβέρνηση, προκειµένου να καταστεί κατορθωτό να βελτιωθεί σηµαντικά το βιοτικό επίπεδο για τον λαό. Ασφαλώς δε, οι πολίτες δεν κρίνουν την οικονοµική πολιτική µιας κυβέρνησης, µέσα από πρίσµα αλτρουϊσµού, δηλαδή επειδή δεν κατορθώνει να αυξήσει άµεσα τις παροχές σε αναξιοπαθούντες. Την κριτική που συνήθως ασκούν την «επεξεργάζονται» µέσα από το πρίσµα του ατοµικού τους οφέλους. Και αυτό, βεβαίως, είναι απολύτως θεµιτό, αλλά έχει σηµασία να αξιολογούν τα πράγµατα στην οικονοµία, και µέσα από το πρίσµα των βηµάτων και των σταδίων που πρέπει να προηγηθούν.

Αυτές οι κοινωνικές απαιτήσεις εντείνονται ακόµη περισσότερο από το αίσθηµα ανταποδοτικότητας. Οι φορολογούµενοι, εκπληρώνοντας τις υποχρεώσεις τους, θεωρούν αυτονόητο ότι η πολιτεία οφείλει να επιστρέφει αυτή τη συνεισφορά µε τη µορφή αποτελεσµατικών κοινωνικών παροχών και προστασίας. Το πολιτικό κόστος γίνεται ακόµη πιο δυσβάσταχτο για την εξουσία όταν τα προβλήµατα της καθηµερινότητας δεν εξαρτώνται από τα διαθέσιµα κονδύλια, αλλά από τη διοικητική ικανότητα, την οργάνωση και την πολιτική βούληση. Επιπλέον, σε αντίθεση µε το παρελθόν, όπου χαρισµατικοί ηγέτες διέθεταν το ανάστηµα να εµπνεύσουν, να γεφυρώσουν αντιθέσεις, να γεννήσουν ελπίδα και να καθοδηγήσουν τις κοινωνίες µέσα από µεγάλες κρίσεις, και κυρίως να δώσουν εφικτές λύσεις όντες πειστικοί γι΄ αυτές ακριβώς λόγω της προσωπικότητά τους, η σηµερινή πολιτική σκηνή κατακλύζεται από τεχνοκράτες διαχειριστές. Αυτήν άλλωστε την ιδιότητα καταλογίζουν οι Γάλλοι στον Μακρόν. Η απουσία αυτών των µεγάλων προσωπικοτήτων είναι µία πρόσθετη αιτία για να κατεβαίνουν οι κοινωνίες στο πεζοδρόµιο, µε την ευκολία πάντως της αντίληψής τους για το κράτος-πατερούλη.

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή