O κορυφαίος ρεμπέτης, ο άνθρωπος που όρισε την ελληνική μουσική παράδοση, Ο Βασίλης Τσιτσάνης, γεννιέται και πεθαίνει στις 18 Ιανουαρίου.

Ένας άνθρωπος γεννημένος για να τραγουδάει και να διασκεδάζει τον κόσμο.

«Ξεκίνησα τόσο δειλά την καριέρα μου, αισθανόμουν ταπεινός. Είχα μια φοβία, μια τέτοια κατάσταση. Έγινα μουσικός με μια κρυφή ελπίδα να γίνω μεγάλος. Είπα αν δεν γίνω μεγάλος θα εγκαταλείψω γρήγορα, την μέση κατάσταση δεν την ήθελα».

Γεννήθηκε στα Τρίκαλα, από μικρή ηλικία τον κέρδισε το τραγούδι. «Είχα κληρονομήσει την μαντόλα του πατέρα μου την είχα κάνει μπουζόυκι και από τότε γράφω τραγούδια».

Στα τέλη του 1936 φεύγει από τα τρίκαλα για την Αθήνα με σκοπό να σπουδάσει νομικά. Για να συμπληρώσει τα έσοδά του δουλεύει παράλληλα σε ταβέρνες.

Σε μια από αυτές γνωρίζει τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο ο οποίος τον πηγαίνει σε μια δισκογραφική εταιρεία. Ηχογραφεί για πρώτη φορά το 1937, αλλά το κύριο μέρος των προπολεμικών δίσκων του πραγματοποιείται τα επόμενα χρόνια.

«Είχα περιπέτειες στην Αθήνα, τέλος πάντων τελικά οι εταιρίες, από στόμα σε στόμα, έμαθαν ότι γράφω τραγούδια και άρχισα να δίνω από το 1937-1938»

Η «Αρχόντισσα» είναι το πιο γνωστό τραγούδι που ηχογραφεί τότε αλλά μαζί μ’αυτό βρίσκουν θέση στη δισκογραφία τραγούδια όπως τα «Να γιατί γυρνώ»,

«Γι ‘αυτά τα μαύρα μάτια σου» και πολλά άλλα που ερμηνεύουν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Κερομύτης αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης.

«Άλλος χρόνια τότε,όταν ξεκινούσα, παίρναμε τον πόνο των ακροατών και τον κάναμε δικό μας» έχει πει σε συνέντευξη του.




 
Έγραφε για όλους και όλα. Καταλάβαινε τον κόσμο και τα βάσανά του.




Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» και το «βαπόρι απ΄ την Περσία»:

«Ένα συνταρακτικό γεγονός μου συνέβη μια Κυριακή Χριστουγέννων, ήταν εκείνα τα καταραμένα Χριστούγεννα της Κυριακής. Γύριζα χαράματα από την ταβέρνα και πάνω στο παγωμένο χιόνι ήταν ακόμα ζεστό το αίμα κάποιου σκοτωμένου παλικαριού. Έξω από το σπίτι μου. Έτσι έγραψα αυτό το τραγούδι» , έχει πει σε συνέντευξη του όταν ρωτήθηκε πως έγραψε την συννεφιασμένη Κυριακή.

Λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο δημοσιογράφος Γιώργος Λιάνης αποκάλυψε ότι με αυτόν τον τρόπο  έγραφε πολλά από τα τραγούδια του.

«Είχε πιαστεί ένα βαπόρι με 11 τόνους χασις και το είδε μου λέει φέρε μου «Τα Νέα» να διαβάσω το θέμα. Έτσι έγραψε το γνωστότατο, «το βαπόρι απ’την Περσία»

Με αυτά τα τραγούδια ο Τσιτσάνης εισήγαγε ένα νέο είδος Λαϊκού τραγουδιού το οποίο αποτείνεται στο πλατύτερο κοινό, σε αντίθεση με το ρεμπέτικο τραγούδι που ενδιαφέρει ένα περιορισμένο κύκλο ακροατών.

Με τα τραγούδια του απαντά στην λογοκρισία της Μεταξικής δικτατορίας η οποία απαγορεύει τόσο τα προϋπάρχοντα τραγούδια του ρεμπέτικου περιθωρίου όσο και τις εμφανείς ανατολίτικες μελωδίες. Τα χρόνια της κατοχής τα περνά στη Θεσσαλονίκη, όπου δουλεύει σε διάφορα μαγαζιά.

«Ήταν θυμάμαι ένας μουσικός τότε, μόλις έβλεπε τους στίχους με τούρκικα μέσα, κάποια λέξη ας πούμε, τα έστελνε πίσω και τα ξαναγράφαμε. Για το κάθε βράδυ θα σε περιμένω, ο σακαφλιάς, η αρχόντισσα, πάρα πολλές καντάδες ωραίες, είχα λογοκριθεί.»

Αυτά τα χρόνια γράφει πολλά από τα τραγούδια που ηχογραφεί μετά τον πόλεμο όταν άνοιξαν ξανά τα εργοστάσια δίσκων. «Αχάριστη», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Τα πέριξ», «Νύχτες μαγικές», «Ζητιάνος της αγάπης», «Ντερμπεντέρισσα» και βέβαια τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Το 1946 εγκαθίσταται ξανά στην Αθήνα και αρχίζει πάλι να ηχογραφεί.

Το 1942 παντρεύεται τη σύντροφο της ζωής του, Ζωή Σαμαρά. Απέκτησαν μια κόρη, τη Βικτώρια και ένα γιο, τον Κώστα.

Η δεκαετία 1945 – 1955 είναι ίσως η κορυφαία της καριέρας του καθώς γνωρίζει την πλατιά καταξίωση στη δισκογραφία και η πιο μεστή δημιουργικά γι’ αυτόν.




Φέρνει στο προσκήνιο νέες φωνές που υπηρετούν τα τραγούδια του και δένονται μαζί του : τη Μαρίκα Νίνου, τη Σωτηρία Μπέλλου, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη.

Μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’50, το σκηνικό στο λαϊκό τραγούδι πλατιάς αποδοχής αλλάζει και κυριαρχούν κάποιες αραβικές ή και ινδικές επιρροές, ο Τσιτσάνης προσπαθεί να εγκλιματιστεί χωρίς να εγκαταλείψει το προσωπικό του ύφος.

Το ίδιο κάνει και σε επόμενες εποχές που η περιρρέουσα ατμόσφαιρα αλλάζει ξανά.

Χωρίς ποτέ να αποδεχτεί κάποια απ’ τις εποχιακές «μόδες», παρουσιάζει πάντα κάποια τραγούδια που μπορούν να προστεθούν στα κλασικά του, αν και ανήκουν σε νεότερα χρόνια κι έχουν επιρροές απ’ τον κυρίαρχο ήχο αυτών.

Τραγούδια του ερμηνεύουν ο Καζαντζίδης, ο Μπιθικώτσης,ο Γαβαλάς, ο Αγγελόπουλος, η Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, η Χαρούλα Λαμπράκη, ο Σταμάτης Κόκοτας κι από κάποιο σημείο και κάτω, κατ’ εξοχήν ο ίδιος.



Απ’ αυτά ν’ αναφέρουμε ενδεικτικά : «Ίσως αύριο (1958), «Τα λιμάνια» (1962), «Τα ξένα χέρια»(1962), «Μείνε αγάπη μου κοντά μου»(1962), «Κορίτσι μου όλα για σένα»(1967), «Απόψε στις ακρογιαλιές»(1968), «Κάποιο αλάνι»(1968), «Της Γερακίνας γιός»(1975),»Δηλητήριο στη φλέβα»(1979). Το 1980 με πρωτοβουλία της UNESCO ηχογραφείται ένας διπλός δίσκος με τίτλο «Χάραμα» – έτσι λεγόταν το μαγαζί στο οποίο ο Τσιτσάνης εμφανιζόταν τα τελευταία 14 χρόνια της καριέρας του και της ζωής του. Σ’ αυτό το δίσκο παίζει μια σειρά από κλασικά του τραγούδια αλλά και πολλά αυτοσχεδιαστικά κομμάτια στο μπουζούκι.

Πεθαίνει στις 18 Ιανουαρίου 1984, την ημέρα των γενεθλίων του, στο Λονδίνο . Μέχρι και 24 μέρες πριν εμφανιζόταν κανονικά σε κέντρο και δούλευε καινούργια τραγούδια.

Η είδηση του θανάτου του έκανε τον γύρω του κόσμου. Οι γαλλικές εφημερίδες έγραψαν μεταξύ άλλων: «Για τον λαό του είναι πάνω και από βασιλιάς, είναι ένα σύμβολο. Χωρίς αυτόν η ελληνική μουσική δεν θα ήταν ποτέ αυτό που είναι σήμερα».

Πηγή: mouseiotsitsani.gr