Σαν σήμερα, στις 2 Δεκεμβρίου του 1923, στη Νέα Υόρκη, γεννήθηκε η Μαρία Κάλλας, κατά κόσμον Μαρία Σοφία Άννα Καικιλία Καλογεροπούλου, κόρη του φαρμακοποιού Γεωργίου Καλογερόπουλου από τον Μελιγαλά Μεσσηνίας και της Ευαγγελίας (Λίτσας) Δημητριάδη από τη Στυλίδα Φθιώτιδας.


H Μαρία Κάλλας ανανέωσε την όπερα και το ρεπερτόριό της

Με τα μοναδικά φωνητικά και υποκριτικά της προσόντα, η Μαρία Κάλλας ανανέωσε την όπερα και το ρεπερτόριό της (ιδιαίτερα το ιταλικό «μπελκάντο») και, διαχρονικά, αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε τραγουδίστρια της όπερας που φιλοδοξεί να κερδίσει από τους ειδικούς και το κοινό τον τίτλο της «νέας Κάλλας».

Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο εορτασμός των 100 ετών από τη γέννηση της Μαρίας Κάλλας εντάχθηκε στον κατάλογο συνεορτασμού επετείων της UNESCO για το 2023. Στον ετήσιο κατάλογο περιλαμβάνονται προσωπικότητες τις οποίες τιμά η UNESCO για τη συμβολή τους στην ανάπτυξη της επιστήμης, της εκπαίδευσης, του πολιτισμού και της επικοινωνίας, με σκοπό την αναγνώριση και την προβολή της οικουμενικής διάστασης και σημασίας τους.

Tέσσερα πράγματα που πρέπει να γνωρίζουν όλοι για τη Μαρία Κάλλας

Ας δούμε, όμως, τέσσερα πράγματα που πρέπει να γνωρίζουν όλοι για την απόλυτη ντίβα της όπερας…

1. Ο πρώτος ρόλος της Μαρίας Κάλλας ήταν η «Σαντούτσα» στην όπερα του Μασκάνι «Καβαλερία Ρουστικάνα», σε μια παράσταση των μαθητών του ωδείου. Το 1939 η ίδια εγγράφεται στο Ωδείο Αθηνών, στην τάξη της διάσημης Ελβίρας ντε Ιντάλγκο, σημαντικής τραγουδίστριας της όπερας στις αρχές του 20ού αιώνα, κοντά στην οποία μαθητεύει και γνωρίζει τα μυστικά της υψηλής τεχνικής των ρόλων του ιταλικού ρομαντικού ρεπερτορίου.

Η καριέρα της απογειώθηκε σε ρόλους δραματικής υψιφώνου και δραματικής κολορατούρας με τη βοήθεια του βιομήχανου Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι, ο οποίος λάτρεψε τη Μαρία Κάλλας, όχι μόνο ως καλλιτέχνιδα, αλλά και ως γυναίκα (στις 21 Απριλίου του 1949, η Κάλλας τον παντρεύεται). Το 1951 εκπόρθησε και τη «Σκάλα» του Μιλάνου, με τους «Σικελικούς Εσπερινούς» του Βέρντι. Μετά τη «Σκάλα» του Μιλάνου ήρθε η σειρά της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης (ΜΕΤ) να υποκλιθεί στο μοναδικό καλλιτεχνικό ταλέντο της Μαρίας Κάλλας το 1956. Το καλοκαίρι του 1957 εμφανίζεται στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, και κυριολεκτικά αποθεώνεται.

2. Η μοναδική εμφάνιση της Κάλλας στη μεγάλη οθόνη ήταν στην ταινία «Μήδεια» του σπουδαίου Ιταλού σκηνοθέτη Πιερ Πάολο Παζολίνι, η οποία βασίζεται στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη. Το φιλμ γυρίστηκε στην Καππαδοκία, με τον Παζολίνι να μένει πιστός στο μύθο. Παράλληλα, την πλαισιώνει μουσικά με ακούσματα κλασικής ιρανικής μουσικής, παραδοσιακής ιαπωνικής μουσικής και άλλα έθνικ παραδοσιακά κομμάτια, τονίζοντας έτσι την πρωτόγονη φύση των ανθρώπων της «Μήδειας» μέσα από ιεροτελεστίες και ανθρωποθυσίες.

3. Ο Ωνάσης και η Κάλλας γνωρίστηκαν το 1957, σε μια δεξίωση που διοργάνωσε η γνωστή κοσμικογράφος της εποχής Έλσα Μάξγουελ. Το ειδύλλιο μεταξύ τους αναπτύχθηκε δύο χρόνια μετά, όταν ο Ωνάσης προσκάλεσε την Κάλλας και το σύζυγό της σε κρουαζιέρα με την πολυτελή θαλαμηγό του.

Η παρουσία της συζύγου του Τίνας Λιβανού δεν απασχόλησε τον Ωνάση, που είχε επικεντρωθεί στο στόχο του: να κατακτήσει την Κάλλας. Τη φλέρταρε τόσο ανοικτά, που, όταν κατά τη διάρκεια μιας στάσης στην Κωνσταντινούπολη ανέβηκε στη θαλαμηγό ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, ευλόγησε την Κάλλας και τον Ωνάση, νομίζοντας ότι είναι σύζυγοι.
Λέγεται ότι εκείνη τη νύχτα, ο Ωνάσης και η Κάλλας εγκατέλειψαν τη θαλαμηγό με μια βάρκα, προκειμένου να απομονωθούν σε μια ήσυχη παραλία. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε η παθιασμένη σχέση τους.

Το 1968, το ζευγάρι μετρούσε σχεδόν δέκα χρόνια σχέσης. Κι ενώ η Κάλλας παρέμενε ερωτευμένη, ο Ωνάσης είχε ήδη προχωρήσει στην επόμενη κατάκτησή του: την Τζάκι Κένεντι. Ο χωρισμός στοίχισε πολύ στην Κάλλας. Κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες να ξεπεράσει τα προσωπικά της προβλήματα, επανακάμπτοντας στη λυρική σκηνή, δίχως αποτέλεσμα. Η τελευταία της εμφάνιση πραγματοποιήθηκε στην πόλη Σαπόρο της Ιαπωνίας στις 11 Δεκεμβρίου του 1974.

4. Σύμφωνα με την επίσημη ιατρική έκθεση, ο θάνατος της Κάλλας, στις 16 Σεπτεμβρίου του 1977, οφειλόταν σε καρδιακή ανακοπή. Πολλοί θεωρούν ότι αυτή επήλθε έπειτα από υψηλή δόση βαρβιτουρικών που φέρεται να πήρε η σοπράνο, διότι της είχε στοιχίσει η επώδυνη κατάληξη της σχέσης της με τον Αριστοτέλη Ωνάση.

Το 2010, ωστόσο, μια ιταλική έρευνα έρχεται να ρίξει νέο φως στο μυστήριο που περιβάλλει το θάνατο της Κάλλας: Σύμφωνα με τους Ιταλούς φωνίατρους Φράνκο Φούσι και Νίκο Παολίλο, που παρουσίασαν τα αποτελέσματα της μελέτης τους στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, η τραγουδίστρια υπέφερε από δερματομυοσίτιδα, εκφυλιστική νόσο που φθείρει τους μυς και τους ιστούς, συμπεριλαμβανομένου του λάρυγγα. Έτσι, φαίνεται να εξηγείται και η συνεχής παρακμή του μεγαλείου της φωνής της, που είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή από τις αρχές της δεκαετίας του ’60. Όπως εξηγούν οι δύο Ιταλοί επιστήμονες, η θεραπεία για τη δερματομυοσίτιδα βασίζεται σε κορτιζονούχα και ανοσοκατασταλτικά σκευάσματα, τα οποία είναι πιθανό να επιφέρουν σταδιακά καρδιακή ανεπάρκεια. Επομένως, ο Φούσι και ο Παολίλο συμφωνούν με την επίσημη ιατρική έκθεση, μόνο που διευκρινίζουν ότι η ανακοπή δεν ήταν τυχαίο γεγονός, αλλά το αποτέλεσμα της εκφυλιστικής μυασθένειας.