8 Φεβρουαρίου 1981: Η μνήμη των νεκρών της “Θύρας 7” δεν ξεθωριάζει ποτέ και θα τιμάται εσαεί (Εικόνες και Βίντεο)
45 χρόνια από τη μεγαλύτερη τραγωδία που βίωσε ο ελληνικός αθλητισμός
Από εκείνο το απόγευμα της 8ης Φλεβάρη του 81, τίποτε δεν είναι ίδιο - Οι οικογένειες των θυμάτων ζουν με ένα "γιατί" που δεν απαντήθηκε ποτέ πλήρως, ενώ πολλές από αυτές διαλύθηκαν μην αντέχοντας να ζουν με τις απώλειες των αγαπημένων τους ανθρώπων
8 Φλεβάρη 1981. Ο χρόνος, για 21 οικογένειες, θα σταματούσε για πάντα στις 16:59. Ήταν η στιγμή που σημειώθηκε η μεγαλύτερη τραγωδία που βίωσε ποτέ ο ελληνικός αθλητισμός. Μέσα σε λίγα λεπτά οι πανηγυρισμοί για το επιβλητικό 6-0 του Ολυμπιακού απέναντι στην ΑΕΚ μετατράπηκαν στον απόλυτο εφιάλτη. Χιλιάδες φίλαθλοι που βρίσκονταν στη Θύρα 7 του παλιού Καραϊσκάκη έτρεχαν να προλάβουν να δουν από κοντά τα ινδάλματα τους στη Θύρα 1. Οι πόρτες όμως ήταν μισάνοιχτες. Κάποιοι γλίστρησαν άλλοι έπεσαν, αλλά δεν πρόλαβαν να σταματήσουν. Το μοιραίο επήλθε μέσα σε λίγα λεπτά.
Το μικρότερο θύμα ο Παναγιωτάκης Τουμανίδης, ήταν μόλις 14 ετών. Ήταν η πρώτη φορά που είχε πάει στο γήπεδο για να δει τα αστέρια του Θρύλου. Ο μεγαλύτερος ηλικιακά νεκρός 40 ετών. Όσοι έχασαν τη ζωή τους άδικα στα σκαλοπάτια της Θύρας 7 είχαν πάει στο γήπεδο για να δουν την αγαπημένη τους ομάδα, να πανηγυρίσουν και να γυρίσουν υπερήφανοι στα σπίτια τους. Η τραγωδία της Θύρας 7 δεν ήταν «ατύχημα». Ήταν αμέλεια. Από εκείνο το απόγευμα της 8ης Φλεβάρη του 81, τίποτε δεν είναι ίδιο. Οι οικογένειες των θυμάτων ζουν με ένα «γιατί» που δεν απαντήθηκε ποτέ πλήρως, πολλές από αυτές διαλύθηκαν μην αντέχοντας να ζουν με τις απώλειες των αγαπημένων τους ανθρώπων.
Η μνήμη τους - παρά το ότι έχουν περάσει 45 χρόνια - δεν ξεχνιέται. Τόσο στο Καραϊσκάκη όσο και σε όλα τα γήπεδα που βρίσκονται οι φίλαθλοι του Ολυμπιακού οι ιαχές «Θρύλε θυμήσου πρωταθλητή σε θέλουνε ακόμα και οι νεκροί σου» και «αδέρφια ζείτε εσείς μας οδηγείτε» ακούγεται τόσο δυνατά που φτάνει μέχρι τον ουρανό. Εκεί όπου οι 21 ψυχές παρακολουθούν από ψηλά γεμάτες περηφάνεια την αγαπημένη τους ομάδα να κατακτά τίτλους και τρόπαια. Κάθε χρόνο στο ετήσιο μνημόσυνο τα ονόματα τους διαβάζονται ένα - ένα. Ο Παναγιωτάκης, ο Σπύρος, η Ζωγραφιά δεν είναι αριθμοί. Είναι άνθρωποι των οποίων το νήμα της ζωής τους κόπηκε απότομα, δεν θα ξεχαστούν ποτέ και θα μνημονεύονται εσαεί.
Αντί υστερόγραφου
Ως υστερόγραφο θα ήθελα να μοιραστώ μία ιστορία που ακόμα και σήμερα όταν τη διαβάζω πιάνω τον εαυτό μου να δακρύζει. Είναι η μαρτυρία για τις τελευταίες στιγμές ενός θύματος. Του Σπύρου Λεωνιδάκη. Την είχα διαβάσει πριν πολλά χρόνια στο περιοδικό Active και είχα ανατριχιάσει. Ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές συγκινούμαι. Ο φίλος του Σπύρου Λεωνιδάκη, ο Μανώλης είχε περιγράψει με λεπτομέρεια τις δραματικές στιγμές στα σκαλοπάτια της «7».
Ήταν περίπου λίγα δευτερόλεπτα αφότου ο Μάικ Γαλάκος είχε κάνει το 6-0. Πάμε ρε! Πάμεεεεεε!!!» «Που πάνε όλοι ρε Σπύρο, που να πάμε;» «Πάμε ρε σου λέω, πάμε να τους βρούμε ρεεεεε! Τα αγόρια μας, τους άρχοντες μας, πάμε που σου λέω!» «Κάτσε ρε Σπύρο, δεν τελείωσε, ένα λεπτό έχει ακόμα, κάτσε…» Που να ακούσει… «Γαλάκο, σου ‘ρχομαι!», φώναζε. Άρχισε να τρέχει προς την έξοδο μαζί με τόσους άλλους.
Τρέχαμε όλοι μαζί, με το μάτι να γυαλίζει απο χαρά και περηφάνια. Κοντά στο πρώτο σκαλί, πήγα να τον πιάσω. «Μην χαθούμε, ρε!», του φώναζα. Λίγο πριν το πρώτο σκαλί, ξαφνικά, τον είδα να χάνεται, να πέφτει. Να πέφτουν όλοι από πάνω του, ο ένας μετά τον άλλον, με φόρα, με ορμή. Παντού φωνές, κραυγές, σπαραχτικές κραυγές… «Ρεεεεεεεεεεεεεεε!Ρεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε!!!», φώναζα. «Σταματήστε, πέσαμε ρεεεεε!!!». Η φωνή μου, ένα τίποτα μέσα στον όχλο, όλοι τρέχανε όλο και πιό πολύ, χωρίς να ξέρουν οτι απο κάτω βρίσκεται κόσμος. «Ανοίξτε ρεεεεεεεε!!! Ανοίξτε καθάρματα τις πόρτες!!! Ανοίξτε γ… το στανιό μου…ΣΠΥΡΟΟΟΟΟΟ, που είσαι ρεεεεεε…Ανοίξτε μ…!!! Μηηηηηηη, μη τρέχετε, είμαστε κάτω ρεεεεεεε!!!»… Λόγια, οδύνης λόγια, χαραγμένα σαν από κοφτερή λεπίδα πάνω στην καρδιά μου. Είχαν πέσει από πάνω μου παιδιά και απο κάτω μου άλλα να φωνάζουν σπαρακτικά. Μετά από κάποια ώρα, κατάφερα να σηκωθώ ενώ ακόμα παλικάρια, το ένα μετά το άλλο, έπεφταν κάτω στις σκάλες.
Βλέπω, μέσα στον χαλασμό, τον Σπύρο σφηνωμένο στην γωνία της πόρτας. Ένα κουβάρι να φωνάζει: «Ααααααααααααα το κεφάλι μου, το κεφαλάκι μουυυυυυ…”. Πήγα κοντά του. Του έβγαλα το κεφάλι μέσα από το κάγκελο. Ήταν σαν ένα ξένο σώμα πάνω του, δεν το αισθανόταν. Βρήκαμε ένα άνοιγμα, μια τρύπα που προσπάθησαν να ανοίξουν στην πόρτα. Βγήκαμε έξω. Έσυρα σαν τσουβάλι τον Σπύρο στον περίβολο της θύρας, και τον πήρα στην αγκαλιά μου. Δεν ένιωθε τίποτα πάνω του. Του στερέωσα το κεφάλι στο τοίχο. Έβαλα τα κλάματα.. Δεν θα μπορούσε να τον αναγνωρίσει ούτε η μανά του έτσι όπως ήταν… «Σπύρο…Μίλα ρε φίλε. ΜΙΛΑΑΑΑ!!!» «Πονάω…Το κεφάλι μου…Πονάω…Τι γίνεται;…Tι έγινε;…Πονάω Μανωλιό. Πονάωωωωωω…» «Σώπα, σώπα. Έρχονται ρε, έρχονται. Θα σε φτιάξουν ρε, μη μιλάς…Σώπα…» «Γιατί φωνάζουν; Τι γίνεται ρε Mανωλιό. Τι γίνεται, τι μας κάνανε.» «Τίποτα, σταμάτα αγόρι μου, έρχονται».
“Kραυγές που σου έκαιγαν την ψυχή”.
Τον αφήνω, πάω προς την είσοδο να βοηθήσω. Περνάω το χέρι μου μέσα από την τρύπα, 10 άτομα το αρπάζουν. Προσπαθούσαν να γλιτώσουν, να βγούν. Δεν μπορούσα να πιάσω κανέναν. Έπιανα ένα χέρι, αλλά ήταν αδύνατον να ξεχωρίσω το υπόλοιπο σώμα. Μια μάζα όλα, χέρια, πόδια, μυαλά, όλα ένα… Έξω από την είσοδο, κόσμος να τρέχει να βοηθήσει, πανικός, κραυγές, κραυγές που σου έκαιγαν την ψυχή. Όλα μία κόλαση… Τα πρώτα ασθενοφόρα έφτασαν. Έτρεξα στον Σπύρο. «Σπύρακλα, έλα φτάσανε, έλα πάμε στον γιατρό, πάμε! Ακούς; Θα σε πάρω αγκαλιά να σε πάω μέχρι εκεί, ακούς; Κάνε υπομονή, ήρθαν…» Δεν μιλούσε. Τα μάτια του τρεμόπαιζαν κλειστά, δεν μίλαγε, δεν κουνιόταν.
Τα έχασα… «Όχι ρε! Όχι…Σπύρο, κάνε κουράγιο, ήρθανε ρε. Έλα, και θα σου φέρω τον Γαλάκο να σε δει, ακούς;…Ακούς Σπύρο μου;…Έλα πάμε, πάμε αγόρι μου, πάμε…» Τον παίρνω στην αγκαλιά μου. Το κεφάλι του κρεμότανε κάτω. Τον πάω στο πρώτο ασθενοφόρο που είδα μπροστά μου, είχαν μέσα αλλά δυό παιδιά. «Πάρτε τον, πάρτε τον σας παρακαλώ. Δεν μιλάει, δεν σαλεύει, πάρτε τον!» «Στο δίπλα, είναι άδειο. Στο δίπλα…», μου λέει ο νοσοκόμος. Πάω δίπλα, τον παίρνει ένας γιατρός, τον βάζουν στο φορείο, του περνάνε ορούς και την μάσκα οξυγόνου και στο τέλος του φοράνε ένα κολάρο στο λαιμό.
“Γιατρέ τι…Τι γίνεται, πες μου…Πες, ζει;”
Μπαίνουμε μέσα και κατευθυνόμαστε προς το Τζάνειο. Στη διαδρομή, ο νοσοκόμος του μέτραγε την πίεση και του έκανε συνέχεια ενέσεις. «Γιατρέ τι…Τι γίνεται, πες μου…Πες, ζει; Θα γίνει καλά; Πες μου, σε παρακαλώ, είμαι φίλος του, πες μου!» “Πρέπει να έχει σπάσει τον λαιμό του, δύσκολα…Θα δούμε…” «Όχι ..Όχι ρε Σπύρο, μην μου το κανείς αυτό, όχι…Έλα, ξύπνα! Ξύπνα!!!» Με έπιασε πανικός. Έπεσα πάνω του και άρχισα να τον κουνάω πέρα δώθε. Του έβγαλα τον ορό απο το χέρι κατα λάθος. Δεν καταλάβαινα τι μου γινόταν. Κρύωνα, ίδρωνα, είχα πάθει σοκ. Ο γιατρός με τράβηξε μακριά, έβαλε τον ορό στον Σπύρο, και μου είπε ότι δεν του κάνω καλό με αυτό τον τρόπο. Δυστυχώς ο Σπύρος πέρασε στην αιωνιότητα.
Ο Γαλάκος ήταν στην κηδεία του
Δεν ξεχνάω ποτέ τον φίλο μου τον Σπύρο, που χάθηκε άδικα, που έφυγε από την ζωή χαρούμενος για την ομάδα του, με το χαμόγελο στα χείλη και το όνομα του Γαλάκου μέσα στην ψυχή του. Πέθανε πάνω στο καθήκον, πέθανε για την μεγάλη του αγάπη, τον Ολυμπιακό. Πέθανε όμως και εξαιτίας της απροσεξίας και της ανευθυνότητας κάποιων. Η οργή μετά απο τόσα χρόνια έχει εξασθενήσει και την έχει διαδεχθεί η λύπη και η θύμηση αυτών των παιδιών. Στην κηδεία του Σπύρου, ήρθε ο «μοναδικός του», ο Μάϊκ Γαλάκος. Ο παίκτης που τον έκανε να τρέξει στα “σκαλιά του θανάτου” για να τον συναντήσει. Ένα τηλέφωνο στον Ολυμπιακό αρκούσε. Σημαίες, φανέλες, κασκόλ παντού. Τον συνόδευσε και μια φανέλα ακουμπισμένη στην κοιλιά του, με την υπογραφή του Μάϊκ: “Θα σε θυμόμαστε πάντα παλικάρι μου…Γαλάκος».