Για έναν πρόεδρο που λατρεύει τις «νίκες» και επιδιώκει διακαώς να αναγνωριστεί ως ειρηνοποιός, μια συμφωνία με τον Κιμ Γιονγκ Ουν αποτελεί για τον Τραμπ ένα εξαιρετικά πολύτιμο τρόπαιο Καταπιεστική, πολεμοχαρής, πυρηνικά εξοπλισμένη, η Βόρεια Κορέα, η οποία βρίσκεται στην καρδιά της βορειοανατολικής Ασίας, αποτελεί εδώ και οκτώ δεκαετίες μια αδιάκοπη πηγή αγωνίας και ανασφάλειας σε μία από τις πιο δυναμικές και πολυπληθείς περιοχές του κόσμου.

Ο ένας Αμερικανός πρόεδρος μετά τον άλλον απέτυχε να αποτρέψει τη Βόρεια Κορέα από το να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Κανένας πρόεδρος όμως δεν προσπάθησε τόσο επίμονα όσο ο Τραμπ, ο οποίος κατά την πρώτη του θητεία συναντήθηκε τρεις φορές με τον Κιμ. Ανεξάρτητα από τα κίνητρά του και από το κατά πόσο η προσπάθεια αυτή αποτελεί αντιπερισπασμό από τις αποτυχίες του Τραμπ στο Ιράν, όποιος ηγέτης κατάφερνε να πείσει τον Κιμ να εγκαταλείψει τα πυρηνικά του όπλα θα άξιζε την ευγνωμοσύνη ολόκληρου του κόσμου.

Τώρα ο Τραμπ φαίνεται έτοιμος να προσπαθήσει ακόμη μια φορά. Η Wall Street Journal μετέδωσε χθες, Τετάρτη, ότι επιθυμεί να συναντηθεί με τον Κιμ σε σύνοδο παγκόσμιων ηγετών στην Κίνα τον Νοέμβριο. Η είδηση ήρθε λίγο μετά την ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου ότι έδωσε εντολή να περιοριστούν οι στρατιωτικές ασκήσεις με τη Νότια Κορέα, τις οποίες η Πιονγκγιάνγκ θεωρεί απειλητικές.

Δεν είναι, ωστόσο, σαφές αν έχει υπάρξει πράγματι κάποια πρόσφατη απευθείας επικοινωνία μεταξύ των δύο ηγετών, παρά την επιμονή του Τραμπ ότι θα συναντηθούν μέσα στη χρονιά. Η Κιμ Γιο Τζονγκ, αδελφή του Κιμ και μακράν η στενότερη συνεργάτιδά του, δήλωσε χθες ότι δεν γνώριζε τίποτα για επικοινωνία μεταξύ των δύο ηγετών. «Ίσως είναι το μοναδικό ζήτημα που αφορά την εξωτερική πολιτική του ανώτατου ηγέτη μας για το οποίο δεν έχω ενημέρωση», ανέφερε στο κρατικό πρακτορείο ειδήσεων.

Ωστόσο, ακόμη κι αν τελικά πραγματοποιηθεί η συνάντηση, δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε ότι ο Τραμπ θα καταφέρει αυτή τη φορά ό,τι δεν κατάφερε στο παρελθόν — ή ότι έχει καταλάβει τι ήταν αυτό που πήγε στραβά την προηγούμενη φορά.

Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται μια άβολη αλήθεια: όσο ανησυχητικά κι αν είναι τα πυρηνικά όπλα για τον υπόλοιπο κόσμο, για τον Κιμ αποτελούν το ισχυρότερο δίχτυ ασφαλείας — τη βασικότερη εγγύηση για τη δική του επιβίωση και για την παραμονή του καθεστώτος του στην εξουσία. Παρά τη μακροχρόνια συμμαχία της με την Κίνα και τη σχέση συμφέροντος με τον πρόεδρο Πούτιν, η Βόρεια Κορέα είναι, στην πραγματικότητα, μόνη της και χωρίς πραγματικούς συμμάχους.

Οι αυταρχικοί γείτονες του Κιμ τον ανέχονται και τον χρησιμοποιούν για να εξυπηρετήσουν τους δικούς τους σκοπούς. Ο ίδιος όμως γνωρίζει ότι θα τον εγκατέλειπαν αμέσως εάν αυτό εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντά τους.  

Ο Κιμ γνωρίζει πολύ καλά την τύχη κυβερνήσεων του παρελθόντος — από την Ουκρανία έως τη Λιβύη του Καντάφι — οι οποίες εγκατέλειψαν τα πυρηνικά τους προγράμματα και στη συνέχεια διαπίστωσαν ότι οι εγγυήσεις ασφαλείας που είχαν λάβει δεν άξιζαν τίποτα. Το πυρηνικό οπλοστάσιο του Κιμ, που αριθμεί περίπου 60 κεφαλές, αποτελεί για το καθεστώς του μια μοναδική εγγύηση επιβίωσης και ένα ισχυρότατο αποτρεπτικό όπλο απέναντι σε μια αλλαγή καθεστώτος, όπως εκείνη που οδήγησε στην ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν και επιχειρήθηκε φέτος και κατά του ιρανικού καθεστώτος.

Στις συνόδους κορυφής στη Σιγκαπούρη, το Βιετνάμ και στα σύνορα Βόρειας και Νότιας Κορέας, το 2018 και το 2019, ο Τραμπ προσπάθησε να πείσει τον Κιμ να εγκαταλείψει τα πυρηνικά, προβάλλοντας ως δέλεαρ τα οφέλη και τις ευκαιρίες που θα μπορούσε να προσφέρει ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός. Ο ίδιος υποστήριξε ότι αν ο Κιμ εγκατέλειπε τα πυρηνικά όπλα του, η Βόρεια Κορέα όχι μόνο θα απαλλασσόταν από τις διεθνείς κυρώσεις, αλλά θα είχε και την ευκαιρία να μετατραπεί, όπως έλεγε χαρακτηριστικά, σε «οικονομική υπερδύναμη».

«Η χώρα σας έχει τεράστιες οικονομικές δυνατότητες, απίστευτες, απεριόριστες», είχε πει στον Κιμ. «Ανυπομονώ να δω αυτή την αλλαγή να γίνεται πραγματικότητα και να συμβάλω κι εγώ στην υλοποίησή της».

Από οικονομικής άποψης, η Βόρεια Κορέα είναι πράγματι μία από τις πιο αδύναμες οικονομίες του κόσμου. Υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες, όμως, ο μορφωμένος και εργατικός πληθυσμός της, σε συνδυασμό με τη στρατηγική θέση της ανάμεσα στις αγορές της Κίνας και της Ιαπωνίας, θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Ωστόσο, ο Κιμ θεωρεί μια τέτοια προοπτική κάθε άλλο παρά δελεαστική. Μια ελεύθερη και ανταγωνιστική οικονομία θα δημιουργούσε αναπόφευκτα πιέσεις για πολιτική φιλελευθεροποίηση. Χώρες όπως η Κίνα και το Βιετνάμ έχουν ενταχθεί στον καπιταλιστικό κόσμο, χωρίς να εγκαταλείψουν τα αυταρχικά τους καθεστώτα. Ο Κιμ, όμως, έχει απέναντί του μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα: τη Νότια Κορέα, μια ελεύθερη και ευημερούσα δημοκρατία, με έναν λαό που μοιράζεται την ίδια εθνική ταυτότητα, ακριβώς δίπλα στη Βόρεια Κορέα.

Η ιδέα ότι ο Κιμ θα διακινδύνευε την εξουσία και τον απόλυτο έλεγχό του για χάρη ενός McDonald’s στην Πιονγκγιάνγκ ή μιας σειράς πολυτελών συγκροτημάτων του Τραμπ στη Γουονσάν είναι απλώς γελοία. Η επιμονή των ΗΠΑ για μια «ολοκληρωμένη» συμφωνία, αντί για τα μικρότερα σταδιακά βήματα προς τον πυρηνικό αφοπλισμό που προτιμούσε η Βόρεια Κορέα, ανέτρεψε τις προσπάθειες για την επίτευξη συμφωνίας το 2019.

Κανένας Δυτικός δεν έχει πλησιάσει τον Κιμ περισσότερο από τον Τραμπ – ο οποίος είχε μιλήσει κάποτε για τα «ερωτικά γράμματα» που είχε λάβει από τον Νεαρό Ηγέτη. Ακόμη και σήμερα, η Γιο Τζονγκ υπογράμμισε ότι ο αδελφός της διατηρεί «καλές προσωπικές αναμνήσεις και αισθήματα» για τον Αμερικανό πρόεδρο, προσθέτοντας ότι «η σχέση μεταξύ των δύο ηγετών παραμένει εξαιρετική».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Κιμ ήθελε και ανέμενε μια συμφωνία και ότι ενοχλήθηκε βαθιά όταν ο Τραμπ υπαναχώρησε το 2019 από μια επικείμενη δέσμευση για αναστολή των στρατιωτικών ασκήσεων. Σε μια προσπάθεια, λοιπόν, να αμβλυνθεί αυτή η δυσαρέσκεια, οι προγραμματισμένες στρατιωτικές ασκήσεις αυτού του μήνα περιορίστηκαν από έντεκα σε μόλις πέντε ημέρες. Όμως όλα δείχνουν ότι είναι πλέον πολύ αργά.

«Η μείωση της κλίμακας ή της διάρκειας μιας άσκησης δεν αλλάζει τη φύση των στρατιωτικών ασκήσεων, οι οποίες είναι προκλητικές και επιθετικές», δήλωσε η Γιο Τζονγκ.

Το 2022, η Βόρεια Κορέα διακήρυξε ότι αποτελεί πλέον μόνιμη και αμετάκλητη πυρηνική δύναμη, ξεκαθαρίζοντας πως είναι διατεθειμένη να κάνει ακόμη και προληπτική χρήση των πυρηνικών της όπλων σε περίπτωση αναμενόμενης επίθεσης. «Ακόμη κι αν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους συνεχίσουν να μιλούν για “αποπυρηνικοποίηση” για δέκα, είκοσι, όχι, πενήντα ή ακόμη και εκατό χρόνια», δήλωσε πέρυσι ο Κιμ, «το γεγονός ότι η Λαοκρατική Δημοκρατία της Κορέας διαθέτει πυρηνικά όπλα δεν πρόκειται να αλλάξει».

Ο πρωταρχικός πολιτικός στόχος του Κιμ δεν είναι η βελτίωση της ζωής του λαού του ούτε η ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας του. Είναι να πεθάνει ήσυχα στο κρεβάτι του σε προχωρημένη ηλικία και να παραδώσει την εξουσία στον διάδοχό του, όπως έκαναν πριν από αυτόν ο πατέρας και ο παππούς του.

Τα πυρηνικά όπλα είναι το μέσο για την επίτευξη αυτού του στόχου — και θα τα εγκαταλείψει μόνο εφόσον λάβει εγγυήσεις ασφαλείας τουλάχιστον εξίσου αξιόπιστες.

Προς το παρόν, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι θα μπορούσε να κάνει ένας άνθρωπος όπως ο Ντόναλντ Τραμπ για να κερδίσει την εμπιστοσύνη ενός ανθρώπου όπως ο Κιμ Γιονγκ Ουν.


ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News