Ο Φρίντριχ Μερτς δήλωσε ότι το πολιτικό σύστημα υποβάλλεται σε «βαθιές αλλαγές», καθώς η Ακρα Αριστερά κέρδισε στο Βερολίνο και η Ακρα Δεξιά θριάμβευσε στο βορειοανατολικό κρατίδιο του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας, όπου η δική του κεντροδεξιά Χριστιανοδημοκρατική Ενωση (CDU) δεν κατάφερε να εξασφαλίσει ούτε μία έδρα στο Κοινοβούλιο.

Ο κυβερνητικός συνασπισμός του Μερτς βρίσκεται σε κατάσταση σοκ, έπειτα από τρεις εξαντλητικές περιφερειακές εκλογικές αναμετρήσεις μέσα σε διάστημα μόλις δύο εβδομάδων. Αρχικά, το CDU υπέστη βαριά ήττα στο κρατίδιο της Σαξονίας-Ανχαλτ, στην Κεντροανατολική Γερμανία, από το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), το οποίο συγκέντρωσε σχεδόν 44% των ψήφων και στις 6 Σεπτεμβρίου βρέθηκε μόλις τρεις έδρες μακριά από την απόλυτη πλειοψηφία.

Στη συνέχεια, το CDU έχασε τον έλεγχο του Βερολίνου και υποχώρησε κάτω από το όριο του 5% στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, καταγράφοντας το χαμηλότερο ποσοστό στην ιστορία του και μένοντας για πρώτη φορά εκτός ενός κρατιδιακού Κοινοβουλίου.

Το AfD διεκδικεί πλέον ανοιχτά τον ρόλο της επόμενης κυβέρνησης, δηλώνοντας έτοιμο να αναλάβει την εξουσία σε περίπτωση κατάρρευσης της κυβέρνησης Μερτς. Χθες (σ.τ.μ. Δευτέρα) πρότεινε την άμεση έναρξη διακομματικών διαπραγματεύσεων για ένα σχέδιο «έκτακτης ανάγκης», που θα βγάλει τη χώρα από την κρίση - μια κίνηση που στην πράξη ισοδυναμεί με χαριστική βολή για την καγκελαρία του Μερτς.

Η Αλις Βάιντελ, συμπρόεδρος του AfD, δήλωσε ότι το κόμμα της προετοιμάζεται για τριμερείς συνομιλίες με το καθεστώς του Βλαντιμίρ Πούτιν και την κυβέρνηση Τραμπ, με αντικείμενο την επαναλειτουργία του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream και την αποκατάσταση των οικονομικών σχέσεων της Γερμανίας με τη Ρωσία. Οι συνομιλίες αναμένεται να ξεκινήσουν το νέο έτος.

«Το μήνυμα για το CDU σε ομοσπονδιακό επίπεδο είναι ξεκάθαρο», δήλωσε η Βάιντελ. «Το CDU θα υποχωρήσει προς το 5% (στις εθνικές δημοσκοπήσεις). Και δεν πρόκειται ποτέ ξανά στην ιστορία του να κερδίσει τις ομοσπονδιακές εκλογές».

Ο Λάιφ-Ερικ Χολμ, επικεφαλής του AfD στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και νικητής των περιφερειακών εκλογών, προέβλεψε ότι ο Μερτς θα έχει αποχωρήσει από την καγκελαρία έως το τέλος του έτους.

Μέχρι στιγμής, πάντως, ελάχιστα στοιχεία δείχνουν τάσεις ανταρσίας στο εσωτερικό του CDU ή του εταίρου του στον συνασπισμό, του κεντροαριστερού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) - και ακόμα λιγότερα υποδηλώνουν ότι κάποιο κόμμα του δημοκρατικού τόξου θα αποδεχόταν την πρόταση του AfD για διακομματικές συνομιλίες.

Το πρωί μετά την εκλογική πανωλεθρία, ο Μερτς επιχείρησε να διερευνήσει τις αντιδράσεις στα ανώτατα κλιμάκια του κόμματός του. Αργότερα δήλωσε ότι «κανένας απολύτως» δεν ζήτησε αλλαγή ηγεσίας. Τόσο ο ίδιος όσο και το SPD διαβεβαίωσαν ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός θα παραμείνει στη θέση του. Παράλληλα, υπήρξε εντυπωσιακά περιορισμένη δημόσια κριτική προς τον Μερτς από κορυφαία στελέχη του CDU, καθώς οι εσωκομματικοί του αντίπαλοι φαίνεται να επέλεξαν, προς το παρόν, να μην κινηθούν εναντίον του. Ωστόσο, και στις δύο πλευρές του κυβερνητικού συνασπισμού αρχίζει να γίνεται αντιληπτό ότι οι αντιδημοφιλείς μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό, στην κοινωνική φροντίδα και στην Υγεία ίσως χρειαστεί να επανεξεταστούν. Ο Μερτς παραδέχθηκε ότι πολλοί Γερμανοί διακατέχονται από έντονο αίσθημα αδικίας, ειδικά όσον αφορά τις ανισότητες μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού συστήματος ασφάλισης.

«Γνωρίζουμε ότι οι μεταρρυθμίσεις μας δεν αρκούν, ότι αντιμετωπίζουμε σοβαρό πρόβλημα λαϊκής αποδοχής, ότι αδυνατούμε να προσεγγίσουμε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού και ότι επικρατεί η αίσθηση πως η δικαιοσύνη έχει χαθεί από τη χώρα μας», δήλωσε. «Γνωρίζουμε επίσης ότι οφείλουμε στους πολίτες απαντήσεις σχετικά με τις ανησυχίες και τους φόβους τους». Παράλληλα, εξέφρασε την έντονη ανησυχία του για το γεγονός ότι πάνω από το 40% του εκλογικού σώματος στο Βερολίνο στήριξε «δυνάμεις που λειτουργούν καταστροφικά και αμφισβητούν το κοινοβουλευτικό μας σύστημα», αναφερόμενος στο AfD και στο κόμμα της Αριστεράς.

Ο Γερμανός καγκελάριος τόνισε ότι θεωρεί χρέος του να αποτρέψει τη διολίσθηση της χώρας στον εθνικισμό και την αντιπαράθεση με τους Ευρωπαίους γείτονές της. «Πρόκειται για ένα ζήτημα που αφορά το ίδιο το δημοκρατικό μέλλον της πατρίδας μας», υπογράμμισε.

Στο εσωτερικό του SPD υπάρχουν στελέχη που θεωρούν ότι το μέγεθος των απωλειών του CDU επιβάλλει σημαντική αλλαγή πορείας. Πιέζουν, μεταξύ άλλων, για την ανατροπή ορισμένων μέτρων, όπως η κατάργηση της δυνατότητας πρόωρης συνταξιοδότησης στα 63 έτη.

Η Μανουέλα Σβέζιγκ, επικεφαλής του SPD στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, η θέση της οποίας ενισχύθηκε χάρη σε μια σχετικά αποτελεσματική προεκλογική εκστρατεία εναντίον του AfD, δήλωσε ότι ο Μερτς οφείλει να εξετάσει με αυτοκριτική διάθεση τη δική του ευθύνη για το εκλογικό αποτέλεσμα του CDU.

Ο Ντένις Τέρινγκ, επικεφαλής του CDU στο Αμβούργο, δήλωσε ότι ο Μερτς θα πρέπει να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης στην Μπούντεσταγκ, προκειμένου να υποχρεώσει το SPD να τηρήσει την ατζέντα των μεταρρυθμίσεων.

Ο Γκούντερ Κρινγκς, αντιπρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του CDU στην Μπούντεσταγκ, φάνηκε να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ο καγκελάριος να παραδώσει την ηγεσία του κόμματος σε κάποιον που θα μπορούσε να ανταποκριθεί καλύτερα στα καθήκοντά του. «Το ζητούμενο είναι να θέσουμε ως προτεραιότητα το συμφέρον της χώρας, κατόπιν εκείνο του κόμματος και, τέλος, το προσωπικό συμφέρον», δήλωσε στο δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο ARD.

ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News