Μιλάτε πάντα δυνατά και μερικές φορές φωνάζετε; Η ψυχολογία λέει ότι δεν σημαίνει απαραίτητα επιθετικότητα
Πώς ξεχωρίζεις συναισθηματική ένταση και τοξικότητα
Δεν είναι απαραίτητο η ένταση στη φωνή να μεταφράζεται σε επιθετικότητα και πρέπει να διαχωρίζεται από το θόρυβο που κάνει η απειλή
Αν ο δέκτης δεν μπορεί να εκλάβει ενστικτωδώς ότι ο πομπός που φωνασκεί και χειρονομεί δεν του επιτίθεται, θα πρέπει σίγουρα να αφήνει ένα παράθυρο ανοιχτό στον αυθορμητισμό του, όπως αναφέρει η φοιτήτρια δημοσιογραφίας στο πανεπιστήμιο «Φρανσίσκο δε Βιτόρια» στη Μαδρίτη, Αϊτάνα Πασκουάλ. Η αφήγηση, εξάλλου, ποικίλει από άνθρωπο σε άνθρωπο, καθώς δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Κοινωνικά, βεβαίως, πρέπει να κρατούνται κάποια προσχήματα, ενώ το zeitgeist, δηλαδή το πνεύμα της εποχής, παίζει μείζονα ρόλο. Παρ' όλα αυτά, ο διαχωρισμός της συναισθηματικής έκστασης από το ιοβόλο βέλος της σωματικής και ψυχολογικής ακεραιότητας πρέπει να καθίσταται σαφής. Σύμφωνα με τη συντάκτρια, η φωνητική ένταση είναι αναπόσπαστο κομμάτι μιας εμπειρικής κατάστασης, ειδικά όταν αυτή είναι εσώτερη.
Διαβάστε: Μήπως ο τρόπος που θυμάστε το παρελθόν σας "ρίχνει" την αυτοεκτίμηση; Τι δείχνει νέα έρευνα
Η Αϊτάνα Πασκουάλ προσδιορίζει την ένταση, τον τόνο, το ρυθμό, τις παύσεις και τη φωνητική ποιότητα ως μέτρα για να αντιλαμβάνεται ο ακροατής την κατάσταση που βρίσκεται ο αφηγητής, περισσότερο ακόμα και από αυτά που λέει. Σύμφωνα με την ίδια, συναισθήματα όπως η θλίψη ή η πλήξη, δηλαδή που βράζουν σε χλιαρό νερό, ακολουθούνται από χαμηλή φωνή και μεγαλύτερη λεκτική καθαρότητα, καθώς ο αφηγητής παλεύει με την ίδια την ύπαρξή του. Ο ενθουσιασμός, ο φόβος και ο θυμός, ειδικά όταν προκύπτει αρχέγονα και ανεπιδίωκτα, παράγουν μεγαλύτερα ντεσιμπέλ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το να φωνάζεις είναι αυτοδίκαιο ή πως η έκληψή του αθωώνει πάντα τον αφηγητή. Ο λόγος που κυμαίνεται γύρω από προσβολές, απειλές, ταπείνωση ή πρόθεση κυριαρχίας επί του άλλου ατόμου δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας. Η συντάκρια καταλήγει στο ότι ένας άνθρωπος που μιλάει δυνατά ενώ αφηγείται μια ιστορία δεν κάνει το ίδιο πράγμα με κάποιον που φωνάζει για να εκφοβίσει ένα άλλο άτομο. Η σύγχυση αυτών των δύο συμπεριφορών μπορεί να οδηγήσει τόσο στην άδικη ταυτοποίηση κάποιου ως επιθετικού όσο και στην αγνόηση πραγματικών σημαδιών βίας.
Διαβάστε: Μήπως ο τρόπος που θυμάστε το παρελθόν σας "ρίχνει" την αυτοεκτίμηση; Τι δείχνει νέα έρευνα
Ανακάλυψη εαυτού
Μπορεί κάποιος να φανταστεί τον εαυτό του ως ένα αρχοντικό στο οποίο συναπτώς και αενάως μετοικεί, άρα διαρκώς το ανακαλύπτει. Η εξωτερίκευση της εσωτερικότητας είναι ασφαλές να ειπωθεί ότι συμβαίνει πλειστάκις μέσω της φωνής. Η ένταση, λοιπόν, είναι εξαρτημένη από την ίδια την ανακάλυψη, που θα ήταν εφικτό να συνάδει με την πληρότητα που ο άνθρωπος που μεταφέρει τη συναισθηματική κατάστασή του νιώθει ή θέλει να φτάσει. Ο ακροατής ουδόλως πρέπει να συγχέει αυτήν την ένταση με εκείνη κάποιου που είναι θυμωμένος, απειλεί η προειδοποιεί. Υπάρχουν περιπτώσεις, μάλιστα, που η συναισθηματική αποκάλυψη δεν χαίρει μόνο ευφορίας, αλλά μπορεί να είναι αρνητική. Ακόμα και σε εκείνες τις περιπτώσεις ο δέκτης δύναται να αποδώσει στον πομπό την καλή προαίρεση. Εξάλλου, μέσω της φωνής, ειδικά σε καταστάσεις που οι σφυγμοί ανεβαίνουν, μιλά όλο το πρόσωπο.Η Αϊτάνα Πασκουάλ προσδιορίζει την ένταση, τον τόνο, το ρυθμό, τις παύσεις και τη φωνητική ποιότητα ως μέτρα για να αντιλαμβάνεται ο ακροατής την κατάσταση που βρίσκεται ο αφηγητής, περισσότερο ακόμα και από αυτά που λέει. Σύμφωνα με την ίδια, συναισθήματα όπως η θλίψη ή η πλήξη, δηλαδή που βράζουν σε χλιαρό νερό, ακολουθούνται από χαμηλή φωνή και μεγαλύτερη λεκτική καθαρότητα, καθώς ο αφηγητής παλεύει με την ίδια την ύπαρξή του. Ο ενθουσιασμός, ο φόβος και ο θυμός, ειδικά όταν προκύπτει αρχέγονα και ανεπιδίωκτα, παράγουν μεγαλύτερα ντεσιμπέλ.
Ο θυμός
Η Αϊτάνα Πασκουάλ δίνει τον ορισμό του θυμού από την Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρείαως συναίσθημα που μπορεί να κυμαίνεται από ήπιο εκνευρισμό έως έντονη οργή. Η επιθετικότητα περιλαμβάνει συμπεριφορά που στοχεύει στο να βλάψει ένα άλλο άτομο ή πράγμα. Έτσι, συνάγει πως ο θυμός δεν συνεπάγεται κατά κανόνα επιθετική διάθεση, το ίδιο, βεβαίως, ισχύει με την ένταση της φωνής. Οι αφορμές για τον αυθορμητισμό μέσω του ήχου μπορεί να είναι πολλές, καθώς μια γιορτή ή μια σημαντική συζήτηση βγάζει από τον άνθρωπο μία από τις πρωτογενείς διαστάσεις του. Πρόκειται για ένα ορμονικό φεστιβάλ, κατά το οποίο τεστοστερόνη, αδρεναλίνη και σεροτονίνη γιορτάζουν τη δική τους βόλτα.Αυτό δεν σημαίνει ότι το να φωνάζεις είναι αυτοδίκαιο ή πως η έκληψή του αθωώνει πάντα τον αφηγητή. Ο λόγος που κυμαίνεται γύρω από προσβολές, απειλές, ταπείνωση ή πρόθεση κυριαρχίας επί του άλλου ατόμου δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας. Η συντάκρια καταλήγει στο ότι ένας άνθρωπος που μιλάει δυνατά ενώ αφηγείται μια ιστορία δεν κάνει το ίδιο πράγμα με κάποιον που φωνάζει για να εκφοβίσει ένα άλλο άτομο. Η σύγχυση αυτών των δύο συμπεριφορών μπορεί να οδηγήσει τόσο στην άδικη ταυτοποίηση κάποιου ως επιθετικού όσο και στην αγνόηση πραγματικών σημαδιών βίας.
En