Ο πίνακας του Τζιουζέπι ντε Νίγρις «Το χέρι του κλέφτη» (1864) μας δείχνει μια έντονη σκηνή: ένα χέρι απλώνεται να παραβιάσει την πόρτα κι ένας σκύλος το συγκρατεί με τα δόντια του. Η στιγμή είναι σκληρή, αλλά αποκαλυπτική. Για τους ανθρώπους του 19ου αιώνα, ο σκύλος δεν ήταν μόνο σύντροφος ή κυνηγός. Ήταν το πιο αποτελεσματικό μέσο ασφάλειας, το «σύστημα συναγερμού» που γάβγιζε πριν από κάθε απειλή και μπορούσε να προστατεύσει το σπίτι με την ίδια του τη δύναμη.

Ο σκύλος-φύλακας του χθες

Στις γειτονιές και τα αγροτόσπιτα του 19ου αιώνα, η ασφάλεια ήταν υπόθεση του ίδιου του νοικοκυριού. Δεν υπήρχαν περιπολίες ασφαλείας ούτε ηλεκτρονικά συστήματα. Ο σκύλος είχε τον διπλό ρόλο του φίλου και του φρουρού. Το γάβγισμά του προειδοποιούσε, η παρουσία του αποθάρρυνε τον επίδοξο κλέφτη, ενώ η δύναμή του μπορούσε να σταματήσει τον εισβολέα. Ήταν η πιο άμεση, ζωντανή μορφή προστασίας. Η σχέση αυτή δεν ήταν μόνο πρακτική. Ήταν και βαθιά συναισθηματική: το σπίτι ένιωθε ασφαλές γιατί είχε μαζί του ένα ζωντανό πλάσμα που νοιαζόταν και αντιδρούσε. Ο σκύλος φύλακας δεν ήταν απλώς ένα εργαλείο. Ήταν μέλος της οικογένειας που έπαιρνε στα σοβαρά την ευθύνη της προστασίας.

Από το γάβγισμα στο «μάτι» της κάμερας

Με την είσοδο της βιομηχανικής εποχής, η ασφάλεια μετακινήθηκε σταδιακά από το ζώο στην τεχνολογία. Καλύτερες κλειδαριές, σιδεριές στα παράθυρα, συναγερμοί και τελικά κάμερες ασφαλείας ανέλαβαν τον ρόλο του φρουρού. Σήμερα, πολλές οικογένειες στηρίζονται περισσότερο σε ένα δίκτυο καμερών και αισθητήρων παρά σε έναν σκύλο.
Η κάμερα βλέπει, αλλά δεν νιώθει. Ο σκύλος δεν καταγράφει, αλλά αντιδρά. Το γάβγισμα του μπορεί να ξεσηκώσει το σπίτι και να φοβίσει τον εισβολέα πριν καν επιχειρήσει.

Η κάμερα υπόσχεται συνεχή καταγραφή, ειδοποιήσεις στο κινητό, αρχεία που μπορούν να αξιοποιηθούν. Κι όμως, είναι παθητική. Δεν θα εμποδίσει κανέναν να μπει· θα καταγράψει την εισβολή, αλλά δεν θα την αποτρέψει. Η ασφάλεια γίνεται υπηρεσία ή προϊόν, μακριά από τη ζωντανή σχέση ανθρώπου–ζώου.

Από την πίστη στο κύκλωμα

Με τον 20ό αιώνα, η εικόνα αλλάζει. Ο αστικός τρόπος ζωής, η αύξηση της εγκληματικότητας στις μεγαλουπόλεις, η τεχνολογική πρόοδος, οδηγούν σε νέα μέσα ασφάλειας: κάγκελα, συναγερμοί, κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης.

Ο σκύλος παραμένει, αλλά σταδιακά εκτοπίζεται από την ιδέα της «μηχανικής επιτήρησης». Η κάμερα γίνεται το νέο βλέμμα που δεν κοιμάται ποτέ. Δεν χρειάζεται φαγητό, δεν κουράζεται, δεν αρρωσταίνει. Καταγράφει αδιάλειπτα, προσφέροντας όχι άμεση δράση αλλά ένα αρχείο, μια απόδειξη. Αν ο σκύλος αποτρέπει, η κάμερα μαρτυρά. Αν ο σκύλος είναι παρών με σώμα και ένταση, η κάμερα είναι παρούσα με το ψυχρό της μάτι. Η ασφάλεια γίνεται υπηρεσία ή προϊόν, μακριά από τη ζωντανή σχέση ανθρώπου–ζώου.

Τι μας κάνει να νιώθουμε ασφαλείς;

Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική διαφορά. Η κάμερα βλέπει, αλλά δεν νιώθει. Ο σκύλος δεν καταγράφει, αλλά αντιδρά. Το γάβγισμά του μπορεί να ξυπνήσει ένα ολόκληρο σπίτι, η παρουσία του μπορεί να φοβίσει τον εισβολέα πριν καν επιχειρήσει. Και πέρα από την πρακτική προστασία, υπάρχει και η αίσθηση: να ξέρεις ότι δίπλα σου υπάρχει μια ζωντανή ύπαρξη που αγρυπνά.

Σήμερα, πολλοί άνθρωποι συνδυάζουν και τα δύο. Ένα «έξυπνο» σπίτι με κάμερες κι ένας σκύλος που γαβγίζει στην αυλή. Όμως η ουσία παραμένει: η τεχνολογία μπορεί να συμπληρώνει, αλλά δύσκολα μπορεί να αντικαταστήσει τον δεσμό που δημιουργεί η παρουσία ενός σκύλου. Από το «Cave Canem» της Πομπηίας μέχρι τον πίνακα του De Nigris, η εικόνα του σκύλου– φύλακα παραμένει σύμβολο ασφάλειας και πίστης. Στον 21ο αιώνα, με τις κάμερες να καταγράφουν κάθε γωνιά, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: τι είναι τελικά η αληθινή ασφάλεια; Να ξέρεις ότι παρακολουθείς τα πάντα σε μια οθόνη ή να ακούς το γάβγισμα του σκύλου σου τη στιγμή που πρέπει;
Από το "Cave Canem" της Πομπηίας μέχρι τον πίνακα του De Nigris, η εικόνα του σκύλου-φύλακα παραμένει σύμβολο ασφάλειας και πίστης.
animall13

Ο ΠΊΝΑΚΑΣ «ΤΟ ΧΈΡΙ ΤΟΥ ΚΛΈΦΤΗ» ΤΟΥ ΤΖΙΟΥΖΈΠΕ ΝΤΕ ΝΊΓΚΡΙΣ

animall12

ΨΗΦΙΔΩΤΌ ΜΕ ΣΚΎΛΟ ΚΑΙ ΕΠΙΓΡΑΦΉ CAVE CANEM «ΠΡΌΣΕΧΕ ΤΟΝ ΣΚΎΛΟ» ΣΤΗΝ ΕΊΣΟΔΟ ΤΗΣ DOMUS OF THE TRAGIC POET ΣΤΗ ΠΟΜΠΗΊΑ.

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ GIUSEPPE DE NIGRIS

Ο Giuseppe De Nigris (1832–1903) γεννήθηκε στη Φότζια της Ιταλίας και σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Νάπολης με δάσκαλο τον Giuseppe Mancinelli. Από νεαρή ηλικία βρέθηκε σε πολιτικές περιπέτειες: το 1848, στα 16 του, συνελήφθη στη Ρώμη για πολιτική δράση. Αργότερα εργάστηκε στη Ρώμη και στη Νάπολη, σε μια εποχή γεμάτη εντάσεις γύρω από την ενοποίηση της Ιταλίας. Η ζωγραφική του περιλαμβάνει σκηνές καθημερινής ζωής, ιστορικά και πατριωτικά θέματα, αλλά και εμπνεύσεις από την αρχαία Πομπηία (νεο-πομπηιανό ύφος). Έλαβε μέρος σε εκθέσεις στην Ιταλία και το εξωτερικό. Αν και δεν ήταν κυρίως ζωγράφος ζώων, σε κάποια έργα του εμφανίζονται σκηνές με ζώα στο πλαίσιο της καθημερινής ζωής. Όμως το The Hand of the Thief είναι μοναδικό: εδώ ο σκύλος δεν είναι απλό διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ο απόλυτος πρωταγωνιστής.


Δημοσιεύτηκε στο Animall των Παραπολιτικών