Χρειάστηκαν λιγότεροι από οκτώ μήνες για να αδειοδοτηθεί η Superbet στην ελληνική αγορά. Αν και υπάρχουν «σκιές» ότι μέχρι και λίγο πριν από την υποβολή της αίτησης αδειοδότησης «σέρβιρε» από τη Ρουμανία και άλλες χώρες του πλανήτη παράνομους παρόχους στη χώρα μας, η Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) έσπευσε να εγκρίνει την αδειοδότηση.

Η Superbet υπέβαλε την αίτηση απόκτησης άδειας τύπου 1 (για παροχή υπηρεσιών στοιχηματισμού) τον Αύγουστο του 2025. Η αίτηση υποβλήθηκε την παραμονή της αλλαγής ηγεσίας της ΕΕΕΠ, από την οποία αποχωρούσε ο τότε πρόεδρός της, Δημήτρης Ντζανάτος, και τη θέση του αναλάμβανε ο σημερινός πρόεδρος, Αντώνης Βαρθολομαίος. Η αλλαγή φρουράς έγινε την 1η Αυγούστου 2025.

Έκτοτε ξεκίνησε ένας αγώνας δρόμου για την αδειοδότηση της εταιρείας. Τον Δεκέμβριο του 2025 ο πρόεδρος της ΕΕΕΠ, Αντώνης Βαρθολομαίος, υπέγραψε την απόφαση μεταβίβασης της άδειας τύπου 2 (παίγνια τύπου καζίνο) από τη μαλτέζικη εταιρεία Exoplay Limited, των επιχειρηματιών Γιάννη Σάκκαρη και Παναγιώτη Νίκα. Η μεταβίβαση της άδειας δεν χρειάστηκε παρά μόνον τέσσερις μήνες.

Σημειώνεται ότι η σχετική άδεια της Exoplay για πολλούς έπρεπε να είχε ανακληθεί, καθώς, ενώ είχε παραχωρηθεί από τον Δεκέμβριο του 2023, εντούτοις δεν είχε ενεργοποιηθεί για 12 μήνες. Βάσει της νομοθεσίας, μια άδεια που δεν ενεργοποιείται («Go Live» λέγεται στη γλώσσα των ανθρώπων της αγοράς) ανακαλείται εντός 12 μηνών. Αυτή ήταν μια υποχρέωση τόσο του προηγούμενου προεδρείου της ΕΕΕΠ όσο και του σημερινού, που ορίστηκε την 1η Αυγούστου 2025.

Η άδεια της Exoplay παρέμεινε ανενεργή για περισσότερο από δύο χρόνια, είτε γιατί οι μέτοχοι της εταιρείας, Σάκκαρης - Νίκας, δεν είχαν χρήματα, είτε επειδή ευθύς εξαρχής ο στόχος ήταν να μεταβιβαστεί. Ωστόσο, η διοίκηση του κ. Βαρθολομαίου έδωσε το «πράσινο φως» για τη μεταβίβασή της στη Superbet τον Δεκέμβριο του 2025 και μάλιστα ενεργοποιήθηκε μόλις τον περασμένο Μάρτιο, δηλαδή 28 μήνες μετά την παραχώρησή της.

Και δεν είναι μόνον αυτό. Η σπουδή της ΕΕΕΠ για την αδειοδότηση της Superbet φάνηκε και στην άδεια τύπου 1. Η αίτηση της Superbet προωθήθηκε πολύ γρήγορα και σε λιγότερο από οκτώ μήνες η εταιρεία έλαβε τη σχετική άδεια. Τον Φεβρουάριο του 2026 η εταιρεία έλαβε την άδεια και έναν μήνα αργότερα ενεργοποιήθηκε η σχετική άδεια, μαζί με εκείνη τύπου 2 που απέκτησε από την Exoplay.

Superbet: "Θαύμα" και διαγραφές 

Πρόκειται για διαδικασίες που ξεπερνούν τη φαντασία τόσο της αγοράς όσο και της ΕΕΕΠ. Η ενεργοποίηση των δύο αδειών μόλις έναν μήνα μετά την απόκτησή τους θεωρείται «θαύμα» από παράγοντες της αγοράς, που σημειώνουν ότι κάτι τέτοιο απαιτεί, μεταξύ άλλων, επισυνδέσεις των servers της Superbet με εκείνους της ΕΕΕΠ. Μια τέτοια διαδικασία δεν θα μπορούσε να γίνει μέσα σε έναν μήνα, εκτός και αν αυτή είχε ξεκινήσει πριν από την αδειοδότηση. Δεν είναι τυχαίο ότι ο νόμος δίνει περιθώριο 12 μηνών στον αδειοδοτημένο πάροχο να ολοκληρώσει τη διαδικασία «Go Live».

Η ταχύτητα με την οποία κινήθηκε η ΕΕΕΠ του Αντώνη Βαρθολομαίου είναι ανεξήγητη, τη στιγμή, μάλιστα, που υπήρχαν καταγγελίες για συσχετισμό εταιρειών του ομίλου Superbet με παράνομους παρόχους υπηρεσιών τυχερών παιγνίων στην Ελλάδα. Την αποκάλυψη αυτή έκανε την προπερασμένη εβδομάδα η στήλη «Big Mouth» του powergame.gr.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε η στήλη, η ΕΕΕΠ διέγραψε τρεις ιστοτόπους από τη «μαύρη λίστα» των παρόχων που συντάσσει και διατηρεί η ίδια. Πρόκειται για τη λίστα παρόχων που παρέχουν υπηρεσίες τυχερών παιγνίων χωρίς να κατέχουν σχετική άδεια από το ελληνικό κράτος, δηλαδή προσφέρουν υπηρεσίες παράνομα.

Η διαγραφή των τριών ιστοτόπων έγινε έναν μήνα προτού η Superbet υποβάλει το αίτημα απόκτησης άδειας τύπου 1 από την ΕΕΕΠ και, φυσικά, προτού ακόμη δοθεί το «πράσινο φως» για τη μεταβίβαση της άδειας τύπου 2 από την Exoplay. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, αν η αίτηση υποβαλλόταν και οι τρεις ιστότοποι ήταν στη «μαύρη λίστα» της ΕΕΕΠ, τότε θα υπήρχε σοβαρό πρόβλημα αδειοδότησης της Superbet.

Το πρόβλημα εστιάζεται στο γεγονός ότι άλλες εταιρείες του Ομίλου Superbet παρείχαν υπηρεσίες (B2B) στους τρεις ιστοτόπους που εξαφανίστηκαν από τη «μαύρη λίστα» της ΕΕΕΠ. Αν η σχέση αυτή αποδεικνυόταν τη στιγμή της υποβολής της αίτησης αδειοδότησης της Superbet, η τελευταία, βάσει της νομοθεσίας, είτε δεν θα μπορούσε να αδειοδοτηθεί για 12 μήνες στη χώρα μας μέχρι να αποδείξει ότι έχει συμμορφωθεί, είτε δεν θα λάμβανε ποτέ άδεια στην Ελλάδα. Αυτό ήταν στη διακριτική ευχέρεια της ΕΕΕΠ.

Η εξάλειψη των τριών ιστοτόπων από τη «μαύρη λίστα» της ΕΕΕΠ λέγεται ότι έγινε στο μεσοδιάστημα της αλλαγής φρουράς στην επιτροπή. Η διαγραφή έγινε τον περυσινό Ιούλιο και η υποβολή της αίτησης της Superbet για απόκτηση της άδειας τύπου 1 έναν μήνα αργότερα, τον Αύγουστο του 2025. Οι συμπτώσεις αυτές χαρακτηρίζονται «απίθανες» από παράγοντες της αγοράς.

Κλεισμένες συμφωνίες 

Και δεν είναι μόνον η αδειοδότηση της Superbet που έγινε με ταχύτητα φωτός. Η εταιρεία μόλις δυόμισι μήνες μετά την αδειοδότηση και 45 ημέρες από την ενεργοποίηση των αδειών βρέθηκε με χορηγικά προγράμματα δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι οι συμφωνίες αυτές ήταν κλεισμένες πριν πάρει τις άδειες η Superbet και ειδικά την άδεια τύπου 1, που αφορά τον στοιχηματισμό. Η εταιρεία, επομένως, ήταν βέβαιη ότι θα λάβει τις άδειες, και ειδικά την άδεια τύπου 1, που τώρα διαφημίζει με μεγάλη ένταση και λόγω Μουντιάλ.

Τα μεγέθη που ακούγονται είναι θεαματικά και πέραν πάσης λογικής. Κάποιοι μιλάνε για τη διάθεση 240 εκατ. ευρώ μέσα σε δύο χρόνια, άλλοι για 300 εκατ. ευρώ σε τρία χρόνια. Όποια, όμως, και αν είναι η αλήθεια, τα χρήματα που διατίθενται από έναν νεοεισερχόμενο παίκτη με μηδενικό μερίδιο αγοράς σε μια αγορά ιδιαίτερα ανταγωνιστική και με πολλούς παίκτες είναι πέραν πάσης λογικής.

Ποια είναι η Superbet και ποιοι κινούν τα νήματά της

Η Superbet είναι μια εταιρεία στοιχημάτων και τυχερών παιχνιδιών που ιδρύθηκε το 2008 στη Ρουμανία από τον Σερβορουμάνο Σάσα Ντράγκιτς (Sacha Dragic). Ξεκίνησε ως πάροχος online στοιχηματισμού, αλλά γρήγορα επεκτάθηκε και σε άλλες κατηγορίες online gaming, παρέχοντας παίγνια καζίνο, live games, virtual sports κ.λπ. Η εταιρεία παρέχει υπηρεσίες τόσο σε τελικούς καταναλωτές (B2C) όσο και σε τρίτους παρόχους (B2B). Η διοίκηση της Superbet αναφέρει τέσσερα τεχνολογικά hubs που παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες σε τρίτους παρόχους τυχερών παιγνίων ανά τον κόσμο, μεταξύ των οποίων φέρεται να ήταν και τρεις ιστότοποι στην Ελλάδα.

Στη Superbet επένδυσε το 2019 η Blackstone, αποκτώντας μειοψηφική συμμετοχή. Η αμερικανική επενδυτική εταιρεία φέρεται να μεσολάβησε ώστε η Superbet να λάβει δανειακή χρηματοδότηση περίπου 1,6 δισ. δολαρίων.

Η εταιρεία αναφέρει ότι είναι σε 12 χώρες του πλανήτη, αλλά δραστηριοποιείται εμπορικά στις πέντε από αυτές. Πρόκειται για τις Ρουμανία (η βασική αγορά και χώρα ίδρυσης), Βραζιλία, Βέλγιο, Πολωνία και βέβαια Σερβία, από όπου κατάγεται ο ιδρυτής της. Τελευταία χώρα που εισήλθε είναι η Ελλάδα.

Επίσης, η εταιρεία αναφέρει ότι έχει αναπτύξει τεχνολογικά hubs σε Βρετανία, Ισπανία, Κροατία και Ολλανδία. Τα hubs αυτά αναπτύσσουν πλατφόρμες τυχερών παιγνίων, όπως και επιμέρους τυχερά παίγνια για τρίτους. Μάλιστα, η ενασχόληση αυτή τελευταία επεκτείνεται με την εξαγορά εταιρειών λογισμικού, γεγονός που οδήγησε την εταιρεία στη μετονομασία από Superbet σε Super Technologies.

Όπως και αν ονομάζεται, παράγοντες της αγοράς κάνουν λόγο για «εξαγορά» μεριδίων από τη ρουμανική εταιρεία τόσο στην ελληνική αγορά όσο και σε άλλες αγορές τυχερών παιγνίων ανά τον πλανήτη. Η εταιρεία, έχοντας μηδενικό μερίδιο στην Ελλάδα, προχώρησε σε συμφωνίες αξίας πολλών δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, προτού, μάλιστα, λάβει τις σχετικές άδειες.

Μόνον η συμφωνία με την ΚΑΕ Ολυμπιακός, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, εκτιμάται σε 55 εκατ. ευρώ στην εξαετία 2026-2032 ή περίπου 9,2 εκατ. ευρώ ετησίως. Το τίμημα λέγεται ότι είναι υπερτριπλάσιο από εκείνο που πρόσφερε ο προηγούμενος χορηγός της ΚΑΕ, η Bwin.

Η εταιρεία φέρεται να έχει ισχυρές πλάτες, καθώς πρόεδρος του Δ.Σ. της μητρικής είναι ο Χανς-Χόλγκερ Αλμπρεχτ (Hans-Holger Albrecht), αδελφός της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και από το 2024 αναπληρωτής πρόεδρος του Advisory Board του Antenna Group.

Παράλληλα, πρόσφατα ανέλαβε καθήκοντα συνδιευθύνοντος συμβούλου μαζί με τον Σάσα Ντράγκιτς και μέλους του Δ.Σ. της Superbet ο Τζίμι Μέιμαν (Jimmy Maymann), πρώην επικεφαλής της «Huffington Post» και συνεργάτης της Αριάννας Χάφινγκτον. Ο τελευταίος θεωρείται ότι το 2014 συνέβαλε στην έλευση της «Huffington Post» στην Ελλάδα.

Τι αποκάλυψε το ''Big Mouth''

«Σας έγραφα χθες για τη δύσκολη θέση στην οποία έχει βρεθεί η Επιτροπή Παιγνίων υπό την προεδρία Βαρθολομαίου και δεν αναφέρομαι στον Πατριάρχη, αλλά στον παλιό τραπεζίτη. Σήμερα σας έχω νεότερα, τα οποία φέρνουν σε ακόμα πιο δυσχερή θέση τον συγκεκριμένο άνδρα και την παρέα του. Και αναφέρομαι στη διαγραφή τριών ιστοτόπων που συνδέονται με τον όμιλο της Superbet από τη λίστα παράνομων παρόχων, η οποία διαγραφή έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις στην αγορά διαδικτυακών παιγνίων, καθώς η χρονική συγκυρία και οι κανονιστικές προεκτάσεις της υπόθεσης εγείρουν κρίσιμα ερωτήματα.

Συγκεκριμένα, όπως έσπευσε να με ενημερώσει η γνωστή επί των στοιχηματικών πηγή μου, σε πρόσφατη έκδοση της «μαύρης λίστας» η ΕΕΕΠ αφαίρεσε τους ιστοτόπους spinaway.com, napoleongames.be και luckydays.com.

Πρόκειται για ιστοσελίδες που είχαν ενταχθεί στη λίστα με αποφάσεις της Αρχής του Βαρθολομαίου και οι οποίες ανήκουν στον όμιλο της Superbet. Το θέμα δεν είναι απλώς ότι οι ιστότοποι διαγράφηκαν. Είναι το ποιοι ήταν, πότε διαγράφηκαν και τι σημαίνει αυτό για έναν όμιλο που έχει ήδη αποκτήσει ενεργή παρουσία στην ελληνική αγορά.

Οι συγκεκριμένοι ιστότοποι είχαν βρεθεί στη «μαύρη λίστα» της ΕΕΕΠ τα προηγούμενα χρόνια ως παράνομοι (!). Σήμερα δεν βρίσκονται πλέον εκεί. Τι ακριβώς άλλαξε και ποιες είναι οι συνδέσεις της Superbet με τη μαύρη αγορά;

Στελέχη της αγοράς μιλούν για μια εξέλιξη που μόνο αδιάφορη δεν μπορεί να θεωρηθεί. Αντίθετα, θεωρούν ότι η χρονική συγκυρία της διαγραφής δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν στην αδειοδότηση της Superbet. Όσο περισσότερα στοιχεία έρχονται στο φως τόσο περισσότεροι στον κλάδο εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη υπόθεση δύσκολα θα κλείσει με μια απλή διοικητική εξήγηση.

Τα ερωτήματα που διατυπώνονται το τελευταίο διάστημα γύρω από τη λειτουργία νεοεισερχόμενου παρόχου στην ελληνική αγορά δεν αφορούν τις εμπορικές του επιδόσεις, αλλά την τήρηση συγκεκριμένων υποχρεώσεων που προβλέπει το κανονιστικό πλαίσιο για κάθε κάτοχο άδειας διαδικτυακών παιγνίων.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η άδεια που χορηγήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2023 στην Exoplay Limited, η οποία πλέον έχει περάσει στον έλεγχο της Superbet και αποτελεί το όχημα μέσω του οποίου ο όμιλος δραστηριοποιείται στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό Παιγνίων της ΕΕΕΠ, κάθε κάτοχος άδειας υποχρεούται, ανεξάρτητα από το αν έχει ήδη ξεκινήσει εμπορική λειτουργία, να ολοκληρώσει εντός συγκεκριμένων προθεσμιών σειρά κρίσιμων ενεργειών. Το κρίσιμο σημείο, όπως μου λένε, βρίσκεται στο άρθρο 6.6 του Κανονισμού, το οποίο προβλέπει ότι, σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης των απαιτούμενων ενεργειών εντός των προβλεπόμενων χρονικών ορίων, η άδεια ανακαλείται.

Παράγοντες της στοιχηματικής -πάντα- αγοράς υποστηρίζουν ότι όχι μόνο υπάρχουν σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο έχουν εκπληρωθεί όλες οι σχετικές υποχρεώσεις εντός των προθεσμιών που θέτει ο Κανονισμός, αλλά υπάρχει μεγάλη βεβαιότητα ότι εν προκειμένω η πλειονότητα αυτών δεν εκπληρώθηκε ποτέ.

Το γεγονός ότι η Superbet βρίσκεται ήδη σε πλήρη εμπορική λειτουργία κάνει την υπόθεση ακόμα πιο ευαίσθητη. Το ζήτημα δεν είναι πλέον τι προβλέπουν οι κανόνες, αλλά αν αυτοί εφαρμόζονται στην πράξη, που δεν φαίνεται να πολυεφαρμόζονται. Και όσο δεν δίνονται πειστικές απαντήσεις τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι πρόκειται για μια υπόθεση που μπορεί να εξελιχθεί σε ένα από τα πιο αμήχανα και ύποπτα θέματα που έχει αντιμετωπίσει η αγορά τα τελευταία χρόνια.»


*Δημοσιεύτηκε στα «Παραπολιτικά»