ΔΕΗ: Αναβάθμιση από τη Fitch σε BB - Το επενδυτικό στοίχημα των 24 δισ. ευρώ και των 15 GW ΑΠΕ
Ενεργειακή μετάβαση
Η μεγάλη μεταμόρφωση της ΔΕΗ: 24 δισ. ευρώ επενδύσεις και 15 GW ΑΠΕ
Η ΔΕΗ έλαβε ισχυρή ψήφο εμπιστοσύνης από τον οίκο Fitch Ratings, η οποία αναβάθμισε την πιστοληπτική αξιολόγηση του ενεργειακού ομίλου σε «BB» από «BB-», διατηρώντας σταθερές τις προοπτικές. Η απόφαση του διεθνούς οίκου συνδέεται με τον μετασχηματισμό της εταιρείας σε έναν μεγαλύτερο, πιο διαφοροποιημένο και ολοκληρωμένο ενεργειακό όμιλο, με βασικούς άξονες την ταχεία ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, τη διεθνή επέκταση και τη σταδιακή αποχώρηση από τον λιγνίτη. Στον πυρήνα της στρατηγικής βρίσκεται το επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 24 δισ. ευρώ για την πενταετία 2026-2030, με στόχο τον διπλασιασμό της παραγωγικής βάσης, την αύξηση της ισχύος ΑΠΕ στα 15 GW μέχρι το τέλος του 2028 και την ενίσχυση της παρουσίας του ομίλου στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Διαβάστε: ΔΕΗ Fiber: Επεκτείνεται σε 15 νέες περιοχές σε Αττική και Θεσσαλονίκη
ΔΕΗ: Επενδύσεις 24 δισ. ευρώ και επέκταση σε νέες αγορές
Η Fitch εκτιμά ότι η στρατηγική της ΔΕΗ μπορεί να περιορίσει την εξάρτηση του ομίλου από την Ελλάδα και τη Ρουμανία, ενισχύοντας παράλληλα τη γεωγραφική και επιχειρηματική του διαφοροποίηση. Μέχρι το 2030, η παραγωγική βάση προβλέπεται να έχει διπλασιαστεί σε σύγκριση με το 2025, ενώ η εταιρεία σχεδιάζει να αποκτήσει ισχυρότερη παρουσία σε αναπτυσσόμενες αγορές της περιοχής. Παράλληλα, αναζητεί νέες πηγές εσόδων σε τομείς όπως τα data centers, όπου μπορεί να δραστηριοποιηθεί τόσο ως προμηθευτής ηλεκτρικής ενέργειας μέσω μακροχρόνιων συμβάσεων όσο και ως εκμισθωτής σχετικών υποδομών.
Από το συνολικό επενδυτικό πρόγραμμα των 24 δισ. ευρώ, περίπου το 69% θα κατευθυνθεί στην παραγωγή και στην προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας. Οι καθαρές επενδυτικές δαπάνες, μετά τις επιδοτήσεις και τις συνεισφορές πελατών, υπολογίζονται σε περίπου 21,4 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2030, ενώ το 31% των κεφαλαιακών αναγκών αναμένεται να καλυφθεί από τις αγορές χρέους, μεταξύ άλλων μέσω υβριδικών τίτλων.
Στα 15 GW οι ΑΠΕ και τέλος στον λιγνίτη
Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αποτελούν τον βασικό μοχλό ανάπτυξης της ΔΕΗ. Ο όμιλος διαθέτει χαρτοφυλάκιο έργων συνολικής ισχύος 22 GW, από τα οποία τα 12 GW προβλέπεται να έχουν τεθεί σε λειτουργία έως το 2030. Η εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ, χωρίς τα υδροηλεκτρικά έργα, αναμένεται να αυξηθεί από περίπου 4 GW στο τέλος του 2025 σε 15 GW έως το τέλος του 2028. Η Fitch επισημαίνει ότι υπάρχει υψηλή ορατότητα για την επίτευξη του στόχου, καθώς τα περισσότερα έργα βρίσκονται ήδη υπό κατασκευή, είναι ώριμα για κατασκευή ή συμμετέχουν σε διαγωνιστικές διαδικασίες.
Οι ΑΠΕ εκτιμάται ότι θα συνεισφέρουν περίπου το 32% των λειτουργικών κερδών EBITDA το 2028, έναντι 13% το 2025. Παράλληλα, η συνολική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας προβλέπεται να αυξηθεί από 20,9 TWh το 2025 σε 28 TWh το 2030, με τις δραστηριότητες εκτός Ελλάδας και Ρουμανίας να προσθέτουν περίπου 9 TWh παραγωγής από ΑΠΕ.
Η πλήρης έξοδος από τον λιγνίτη τοποθετείται στο τέλος του 2026 και περιλαμβάνει την Πτολεμαΐδα 5, η οποία αναμένεται να μετατραπεί ώστε να λειτουργεί με φυσικό αέριο. Σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσει και η νέα μονάδα συνδυασμένου κύκλου στην Αλεξανδρούπολη, ισχύος 840 MW. Το σχέδιο περιλαμβάνει επίσης μπαταρίες ισχύος περίπου 0,8 GW και έργα αντλησιοταμίευσης ισχύος 0,5 GW έως το 2030.
Παρά τη θετική αξιολόγηση, η Fitch προειδοποιεί ότι οι υψηλές επενδύσεις θα διατηρήσουν αρνητικές τις ελεύθερες ταμειακές ροές και θα αυξήσουν προσωρινά τη μόχλευση, η οποία εκτιμάται ότι θα κορυφωθεί στο 5,4 το 2028. Στη συνέχεια αναμένεται αποκλιμάκωση, καθώς τα νέα έργα θα αρχίσουν να ενισχύουν τα κέρδη. Στους βασικούς κινδύνους περιλαμβάνονται πιθανές καθυστερήσεις σε έργα ΑΠΕ, οι αποσύρσεις και μετατροπές μονάδων, η άντληση κεφαλαίων και η είσπραξη κρατικών απαιτήσεων στη Ρουμανία. Παρά τις προκλήσεις, ο οίκος προβλέπει μέση ετήσια αύξηση του EBITDA κατά 17% την περίοδο 2025-2030, ενώ το μέρισμα ανά μετοχή εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 0,60 ευρώ το 2025 σε 1,20 ευρώ το 2028 και σε 1,40 ευρώ έως το 2030.
En