«Absolute Resolve» ονομάστηκε η επιχείρηση σύλληψης του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του, Σίλια Φλόρες, με διακηρυγμένο στόχο την προσαγωγή τους ενώπιον της αμερικανικής δικαιοσύνης, με ένα βαρύτατο κατηγορητήριο να έχει ήδη σχηματιστεί και τις εικόνες από τον Παναμά και τη σύλληψη του Μανουέλ Νοριέγκα το 1989 (και εκείνη η επιχείρηση είχε ξεκινήσει τέτοιες μέρες, ανήμερα Χριστούγεννα, με τον άλλοτε έμπιστο συνεργάτη της CIA, να κρύβεται στο Βατικανό και να παραδίδεται 11 μέρες αργότερα, έχοντας επίσης ως φόντο τις κατηγορίες περί διακίνησης ναρκωτικών).

Το όνομα της επιχείρησης ασφαλώς δεν είναι τυχαίο, αλλά σηματοδοτεί την «απόλυτη αποφασιστικότητα» να επιτευχθούν οι αντικειμενικοί σκοποί: εν προκειμένω, την ανατροπή του καθεστώτος που εγκαθίδρυσε ο Ούγκο Τσάβες (δεν είναι ίσως τυχαίες οι αναφορές που μετέδωσαν τοπικά μέσα, αλλά και η λίστα που δημοσίευσε ο Κολομβιανός πρόεδρος, Γκουστάβο Πέτρο ως προς τους στόχους της επίθεσης, μεταξύ των οποίων το μαυσωλείο του Βενεζουελάνου ηγέτη) και την επαναφορά των αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών στο προσκήνιο, προκειμένου για την εκμετάλλευση των πλούσιων πλουτοπαραγωγικών πόρων.

Οι ανησυχίες για το αν η Βενεζουέλα θα γίνει "Iraq 2.0"

Ο Τραμπ, άλλωστε, το τόνισε στο διάγγελμά του: «Οι ΗΠΑ θα διοικήσουν τη Βενεζουέλα μέχρι να υπάρξει σωστή και συνετή μετάβαση», φέρνοντας στο νου άλλες απόπειρες της Ουάσιγκτον για ουσιαστικό έλεγχο, μετά από την φερόμενη ανατροπή καθεστώτος. Και ακριβώς επειδή οι αναμνήσεις αυτές πιθανόν θυμίζουν «οδυνηρές περιπέτειες» (βλ. Ιράκ μετά τον Σαντάμ Χουσεΐν, Αφγανιστάν και επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία), για αυτό και υπήρξε σχετική αναφορά από τον Αμερικανό πρόεδρο πως ουσιαστικά αυτή τη φορά θα είναι αλλιώς, δεν θα «υπάρξουν ζημίες»: «Θα ζητήσουμε από τις μεγάλες αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου, τις μεγαλύτερες στον κόσμο, να επενδύσουν δισεκατομμύρια δολάρια, να επισκευάσουν τις κατεστραμμένες υποδομές, τις υποδομές πετρελαίου, και να αρχίσουν να αποφέρουν κέρδη στη χώρα», για να προσθέσει πως «δεν φοβόμαστε να στείλουμε στρατιωτικές μπότες στο έδαφος, αν χρειαστεί». Τα εν λόγω σχόλια, βέβαια, δεν μοιάζουν να περιορίζουν τις φωνές των Δημοκρατικών, που σημειώνουν πως το Κογκρέσο παρακάμφθηκε χωρίς να επιτρέπεται κάτι τέτοιο από τον Λευκό Οίκο (καθώς επρόκειτο για στρατιωτική δράση) και πως το μόνο που θα δημιουργηθεί θα είναι ένα «Iraq 2.0».

Πέραν, φυσικά, των Δημοκρατικών, αποτελεί ερώτημα το κατά πόσον θα δεχθεί μια πιθανή μακρόχρονη επέμβαση στο εξωτερικό, με ενεργό στρατιωτική παρουσία, οι υποστηρικτές του κινήματος MAGA και της πολιτικής «Πρώτα η Αμερική», με τις αναφορές τόσο από τον Αμερικανό πρόεδρο, όσο και από τον Υπουργό Πολέμου (πρώην Άμυνας), Πιτ Χέγκσεθ, να απηχούν σαφώς στο εν λόγω ακροατήριο: ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν η αναφορά Τραμπ στην «εκμηδένιση της εγκληματικότητας», αλλά και η αναφορά του Χέγκσεθ πως επιχείρηση σαν αυτή αποτυπώνουν το «America First», αλλά και το ότι η Αμερική «επέστρεψε».


Το δόγμα Μονρόε

Σε κάθε περίπτωση, αν κάτι γίνεται σαφές, είναι πως οι ΗΠΑ της περιόδου Τραμπ συμβαδίζουν σταθερά με την αναβίωση του δόγματος Μονρόε, που παρουσιάστηκε από τον τότε Αμερικανό πρόεδρο, Τζέιμς Μονρόε, κατά τον 19ο αιώνα: Στόχος οι ΗΠΑ να καταστούν ξανά (επι)κυρίαρχες στο δυτικό ημισφαίριο, απομακρύνοντας οποιαδήποτε «ξένη επιρροή», με το βλέμμα να στρέφεται πρωτίστως στην Κίνα και δευτερευόντως στη Ρωσία. Αυτή η τάση αποτυπώνεται, άλλωστε, και στη νέα αμερικανική Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας που δημοσιεύθηκε στα τέλη του 2025, ενώ εδώ και μήνες τα αμερικανικά μέσα αναφέρονται στο επονομαζόμενο «Δόγμα Ντονρόε» (συνδυασμός των ονομάτων Ντόναλντ και Μονρόε). «Πυλώνες» του σχεδίου αποτελούν η επιδίωξη της θέσης υπό αμερικανικό έλεγχο της Διώρυγας του Παναμά, κάτι που αποτέλεσε από τις πρώτες κινήσεις της προεδρίας του, η άσκηση διώξεων σε βάρος του Νικολάς Μαδούρο, αλλά και η στήριξη του Χαβιέρ Μιλέι στην Αργεντινή, όπως και του Ζαΐχ Μπολσονάρο στη Βραζιλία. Στο ίδιο πλαίσιο, στο στόχαστρο τίθενται πλέον και οι «μη φιλικές» Κολομβία και Κούβα, με τον Τραμπ να λέει χαρακτηριστικά στο διάγγελμά του από το Μαρ-α-Λάγκο, απευθυνόμενος στον Κολομβιανό πρόεδρο, Γκουστάβο Πέδρο: «Έχει εργοστάσια όπου παρασκευάζει κοκαΐνη. (…) Παρασκευάζει κοκαΐνη και τη στέλνει στις ΗΠΑ, οπότε πραγματικά καλά θα κάνει να προσέχει».

Σε σχέση με την Κούβα, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, δήλωσε ότι η κουβανική κυβέρνηση θα πρέπει να ανησυχεί μετά τη σύλληψη Μαδούρο. «Αν ζούσα στην Αβάνα και ήμουν μέρος της κυβέρνησης, τουλάχιστον θα ανησυχούσα», είπε, προσθέτοντας ότι «η Κούβα είναι μια καταστροφή» και ότι η χώρα «διοικείται από ανίκανους και ξεμωραμένους άνδρες», με τον Τραμπ να αναφέρει πως «οι άνθρωποι εκεί έχουν υποφέρει για πάρα, πάρα πολλά χρόνια».

Ο πλούτος της Βενεζουέλας

Την ίδια ώρα, βέβαια, η ανωτέρω γεωπολιτική θεώρηση συσχετίζεται άμεσα με την οικονομία και την εξασφάλιση των πολύτιμων πρώτων υλών με φόντο έναν αδυσώπητο παγκόσμιο ανταγωνισμό: έτσι, η Βενεζουέλα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, με στόχο την αξιοποίηση όχι μόνο του πετρελαίου, αλλά και των αποθεμάτων της σε σπάνιες γαίες.

Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η El Pais, η Βενεζουέλα δεν διαθέτει μόνο τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο (πάνω και από τη Σαουδική Αραβία), αλλά και τα έκτα μεγαλύτερα αποθέματα φυσικού αερίου στον κόσμο, τα μεγαλύτερα κοιτάσματα χρυσού στη Λατινική Αμερική, σίδηρο, που κατατάσσεται στη 12η θέση παγκοσμίως, βωξίτη, που κατατάσσεται στη 15η θέση, και σημαντικά αποθέματα διαμαντιών.

Κάποτε, η χώρα ήταν σημαντικός παραγωγός πετρελαίου, φυσικού αερίου, σιδηρομεταλλεύματος και επεξεργασμένων εξαγωγών αλουμινίου και χάλυβα. Ως προς τα αποθέματα πετρελαίου, δε, αξίζει και μια αναφορά σε μια ακόμα κρίσιμη πτυχή: όπως αναφέρει η ανάλυση του Sky News, τα κοιτάσματα της Βενεζουέλας είναι κατά βάση «βαρύ», ακατέργαστο και εν τέλει κατάλληλο πετρέλαιο για την συντριπτική πλειονότητα των αμερικανικών διυλιστηρίων, που θα ήταν πολύ πιο ακριβό να υποστούν μετατροπές και να εστιάσουν σε άλλες μορφές, που είναι ήδη διαθέσιμες στις ΗΠΑ, έναντι της εξασφάλισης επαρκούς προσφοράς στο επίμαχο πετρέλαιο.

sky-news-oil-map-refieneries-united-states
Πηγή: Sky News, τα διυλιστήρια που είναι κατάλληλα για το «βαρύ» πετρέλαιο, με τη Βενεζουέλα να διαθέτει κατά βάση αποθέματα τέτοιου τύπου


Επιπλέον, σύμφωνα με την El Pais, η Βενεζουέλα είναι πλούσια σε ορισμένα ορυκτά, συμπεριλαμβανομένων των σπάνιων γαιών, τα οποία είναι κρίσιμα για τις σύγχρονες τεχνολογίες. Ειδικότερα, το κολτάνιο και το θόριο, παίζουν καθοριστικό ρόλο σε πολλούς τομείς, από τα κινητά τηλέφωνα έως τα ηλεκτρικά οχήματα, από την αμυντική βιομηχανία έως τις τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Όλοι, δε, αυτοί οι πόροι βρίσκονται σε μια στρατηγική γεωγραφία με υψηλή βιοποικιλότητα, άφθονη διαθεσιμότητα νερού και πρόσβαση στην Καραϊβική και τον Ατλαντικό Ωκεανό.

Μεταλλευτική ζώνη Ορινόκο

Μετά την κατάρρευση του πετρελαϊκού τομέα το 2014-2015 και τις σοβαρές ελλείψεις τροφίμων και φαρμάκων στη χώρα, η κυβέρνηση της Βενεζουέλας στράφηκε στους μεταλλευτικούς πόρους νότια του ποταμού Ορινόκο.

Ο Μαδούρο υπέγραψε διάταγμα για τη δημιουργία της Μεταλλευτικής Ζώνης Ορινόκο το 2016. Η περιοχή αυτή, έκτασης περίπου 112 χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων (12% της επικράτειας της χώρας), ανακηρύχθηκε στρατηγική ζώνη για την εξόρυξη διαμαντιών, κολτάνιου, νικελίου και σπάνιων γαιών, ιδίως χρυσού. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι περισσότεροι από 8.000 τόνοι χρυσού είχαν βρεθεί στην περιοχή, καθιστώντας τη Βενεζουέλα έναν από τους μεγαλύτερους κατόχους αποθεμάτων παγκοσμίως.

Ωστόσο, κατά τη δεκαετία που μεσολάβησε, η Μεταλλευτική Ζώνη του Ορινόκο, αντί να αποτελέσει κέντρο ανάπτυξης, έγινε μια περιοχή γνωστή για εγκληματικές οργανώσεις, πολιτική και στρατιωτική διαφθορά, λαθρεμπόριο και σοβαρή περιβαλλοντική υποβάθμιση.

Αν και τα επίσημα κυβερνητικά σχέδια προβλέπουν την παραγωγή 79 τόνων χρυσού στην περιοχή μέχρι το 2025, διεθνείς οργανώσεις υποστηρίζουν ότι το μεγαλύτερο μέρος του εξορυσσόμενου χρυσού εξάγεται λαθραία από τη χώρα, ενώ μόνο ένα μικρό μέρος του εισέρχεται στο κρατικό ταμείο. Σύμφωνα με τη Transparency Venezuela, μόνο το 14% της αξίας των μεταλλευμάτων που εξορύχθηκαν το 2024 έφτασε στην Κεντρική Τράπεζα, ενώ το υπόλοιπο μοιράστηκε μεταξύ εταιρειών και εγκληματικών δικτύων.