Η Βενεζουέλα θα µπορούσε να είναι σήµερα µία από τις πλουσιότερες χώρες στον κόσµο. Τα τεράστια κοιτάσµατα των 300 δισεκατοµµυρίων βαρελιών πετρελαίου τη φέρνουν πρώτη παγκοσµίως σε επιβεβαιωµένα αποθέµατα, παρότι το «βαρύ» της πετρέλαιο χρειάζεται σύγχρονες τεχνολογίες ραφιναρίσµατος και ειδικά διυλιστήρια για να γίνει εµπορικά εκµεταλλεύσιµο, τέτοια που µόνο οι ΗΠΑ είχαν δηµιουργήσει, οι οποίες και εποφθαλµιούν τα κοιτάσµατα. Μόνο η αµερικανική Chevron διατηρεί προνόµια. Η χώρα ενώ κατέχει το 17% των παγκόσµιων αποθεµάτων, συνεισφέρει µόλις στο 1% της παγκόσµιας παραγωγής.

Ο τεράστιος πλούτος της σε φυσικό αέριο στα ανοιχτά της Καραϊβικής και στα βόρεια των ακτών της, τα ορυχεία χρυσού και διαµαντιών, τα νερά του Αµαζονίου που εκβάλλουν στη χώρα και είναι ιδανικά για την τεχνολογία της υδρόψυξης σε τεράστιου µεγέθους data centers αλλά και οι ανυπολόγιστες αξίες των σπάνιων γαιών που αξιοποιούνται στα smartphones και στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα (κολτάνιο, θόριο, νικέλιο, νιόβιο κ.ά.) την καθιστούν ένα από τα πιο «ευλογηµένα» κράτη σε όλη την υφήλιο. Το 2016, µε διάταγµα του Μαδούρο, η µεταλλευτική Ζώνη Ορινόκο (12% της επικράτειας της χώρας) ανακηρύχθηκε στρατηγική ζώνη για την εξόρυξη ιδίως χρυσού. Περισσότεροι από 8.000 τόνοι χρυσού είχαν βρεθεί στην περιοχή, καθιστώντας τη Βενεζουέλα έναν από τους µεγαλύτερους κατόχους αποθεµάτων παγκοσµίως.

Σύµφωνα µε την Transparency Venezuela, έκτοτε, µόνο το 14% της αξίας των µεταλλευµάτων που εξορύχθηκαν το 2024 έφτασε στην Κεντρική Τράπεζα, ενώ το υπόλοιπο µοιράστηκε µεταξύ εταιρειών και εγκληµατικών δικτύων. Μόλις µισό αιώνα πριν και έως τη δεκαετία του 1990, η Βενεζουέλα ήταν πράγµατι µια χώρα-υπόδειγµα, που αξιοποιούσε αποδοτικά τον ορυκτό της πλούτο και οι πολίτες της συγκαταλέγονταν στους τέσσερις πλουσιότερους λαούς στον κόσµο.

Βενεζουέλα: Η εκλογή Τσάβες αποτέλεσε την αρχή του τέλους του οικονομικού θαύματος

Μετά ήρθε το όνειρο του «σοσιαλισµού», της διαφθοράς και της πρόσδεσης σε έναν δυο µεγάλους «πελάτες», µε πρώτη την Κίνα και τη Ρωσία. Τη δεκαετία του ’50, το κατά κεφαλήν εισόδηµα των πολιτών της ξεπερνούσε τα 8.000 δολάρια και ήταν 30% υψηλότερο από το εισόδηµα στη Γαλλία, την Ολλανδία και στο Βέλγιο και έως επτά φορές υψηλότερο από αυτό των πολιτών της Νότιας Κορέας, της Ιαπωνίας και της Σιγκαπούρης, που ζούσαν µε λιγότερα από 2.000 δολάρια. Σήµερα έχει υποχωρήσει στα 4.500 δολάρια. Η εκλογή του Ούγκο Τσάβες το 1998 αποτέλεσε την αρχή του τέλους του οικονοµικού θαύµατος της Βενεζουέλας.

Η κρατικοποίηση της παραγωγής πετρελαίου, των µεταλλευτικών βιοµηχανιών, των τραπεζών, των τηλεπικοινωνιών και η τοποθέτηση στελεχών του καθεστώτος δεν άργησαν να εξελιχθούν σε ολετήρα της χώρας. Η οικονοµία και οι εξαγωγές κατέρρευσαν και σε συνδυασµό µε τις διεθνείς κυρώσεις και την έκρηξη του πληθωρισµού έφεραν σε ακραίες συνθήκες φτώχειας τον πληθυσµό. Η φτώχεια οδήγησε σε ένα τεράστιο µεταναστευτικό κύµα άνω των 6.000.000 πολιτών που εγκατέλειψαν την κάποτε πλουσιότερη χώρα της Λατινικής Αµερικής.