Η επίσημη θέση της Γερμανίας, από τη στιγμή που οι ΗΠΑ έχουν υιοθετήσει τη ρητορική κατάκτησης της Γροιλανδίας, είναι ξεκάθαρη. Από την Πέμπτη 15 Ιανουαρίου οι επίσημες τοποθετήσεις έκαναν λόγο για «πάγωμα» των διπλωματικών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι συγκεκριμένες δηλώσεις φέρεται να δημιούργησαν... υπαρξιακή κρίση στο AfD. Το ακροδεξιό κόμμα της Γερμανίας είχε και ενδεχομένως ακόμη έχει πολύ στενή σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ, ετίθετο αναφανδόν με το μέρος του, ενώ έριξε γεφυρες συνολικά με το κόμμα των Ρεπουμπλικάνων. 

Διαβάστε: Γροιλανδία: Έβαλε τα κλάματα on air η υπουργός Εξωτερικών μετά τη συνάντηση με τον Τραμπ - "Οι τελευταίες μέρες ήταν δύσκολες"

Ωστόσο, η πρόσφατη επιχείρηση στη Βενεζουέλα και η κατακτητική λογική που αφορά στη Γροιλανδία, σύμμαχο των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ και ανήκουσα στο βασίλειο της Δανίας, αναγκάζουν το AfD να χρησιμοποιεί ενάντια στον Τραμπ επίσημη γλώσσα. «Έχει παραβιάσει μια θεμελιώδη προεκλογική του υπόσχεση, δηλαδή να μην παρεμβαίνει σε άλλες χώρες. Οφείλει να το εξηγήσει αυτό στους ίδιους τους ψηφοφόρους του, δήλωσε νωρίτερα αυτή την εβδομάδα η Άλις Βάιντελ, μία εκ των επικεφαλής του κόμματος. Ο συμπρόεδρός της, Τίνο Χρουπάλα, δεν εναντιώνεται σε ό,τι αφορά την εξυπηρέτηση των αμερικανικών συμφερόντων εντός της «σφαίρας επιρροής» των ΗΠΑ. Παρ' όλα αυτά, μίλησε για αυταρχικές μεθόδους:«Μέθοδοι Άγριας Δύσης είναι εδώ απορριπτέες και ο σκοπός δεν αγιάζει πάντα τα μέσα».

Στα βήματα της γαλλικής ακροδεξιάς

Η γαλλική Ακροδεξιά, πάντως, ήταν εκείνη που έδειξε το δρόμο για τον τρόπο προσέγγισης του AfD. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ο Εθνικός Συναγερμός έχει υιοθετήσει πιο επικριτική στάση απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ. Ούτως ή άλλως, ο Ζορντάν Μπαρντελά, πρόεδρος του κόμματος, μίλησε για «ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες» του Τραμπ. Το πρόβλημα με την Ακροδεξιά των αναπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών είναι ότι οι ΗΠΑ έπαιξαν το ρόλο του υποστηρικτή, σε βαθμό που σε ορισμένες περιπτώσεις αποδείχθηκε λυτρωτικός. Ειδικά το AfD χρωστάει στον Τραμπ σχεδόν τη νομιμότητά του, αφού από τη στιγμή που ανέλαβε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ το στηρίζει, ενώ αρχικά και ο Έλον Μασκ ήταν υπέρ του και ο νυν αντιπρόεδρος της κυβέρνησης των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς. Δεν ήταν αμελητέα, αυτή η υποστήριξη, ώστε να νομιμοποιηθεί εσωτερικά το κόμμα, αλλά και να σπάσει τον πολιτικό, χρόνιο, αποκλεισμό των παραδοσιακών κομμάτων. 

Από την άλλη πλευρά, το AfD απευθύνεται στο λαό της Γερμανίας. Οι δημοσκοπήσεις για τις πρακτικές Τραμπ σε ό,τι αφορά τη Γροιλανδία (έστω και σε φιλολογικό επίπεδο) και τη Βενεζουέλα, αναδείχνουν τη... βδελυγμία των Γερμανών προς το πρόσωπό του. Μόλις το 12% των Γερμανών αξιολογεί θετικά την απόδοσή του, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση ARD-DeutschlandTrend που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα, ενώ μόνο το 15% θεωρεί πλέον τις Ηνωμένες Πολιτείες αξιόπιστο εταίρο, με το ποσοστό να έχει υποσχωρήσει σε ιστορικό χαμηλό.

Τι χρωστάει το AfD

Έτσι, το AfD είναι σε τρομερά δύσκολη θέση. Η δήλωση του Μάρκο Ρούμπιο περί «μεταμφιεσμένης τυραννίας», όταν η γερμανική υπηρεσία Εσωτερικών Πληροφοριών χαρακτήρισε πέρυσι το AfD εξτρεμιστική οργάνωση, αλλά και η τοποθέτηση του Τζέι Ντι Βανς στο περυσινό Συνέδριο Ασφαλείας του Μονάχου, όταν κάλεσε τα ευρωπαϊκά κόμματα να καταργήσουν τα «τείχη προστασίας» που επί δεκαετίες κρατούν την Ακροδεξιά εκτός εξουσίας, ήταν πολύ σημαντικές για το ακροδεξιό κόμμα. Έτσι, η κριτική προς τον Τραμπ γίνεται έως ενός ορισμένου μέτρου. Μάλιστα, η πρόεδρος Βάιντελ τόνισε ότι «η γερμανική κυβέρνηση θα μπορούσε να αντλήσει διδάγματα για το πώς να θέτει το εθνικό συμφέρον πάνω από άλλες παραμέτρους μέσω του Τραμπ. «Οι πρόσφατες ενέργειές του», δήλωσε, «βασίστηκαν σε γεωστρατηγικούς λόγους». Έπειτα υπογράμμισε: «Θα ήθελα να δω τη γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση να χαράσσει επιτέλους πολιτικές για τον γερμανικό λαό, προς το συμφέρον της Γερμανίας».