Για επτά ολόκληρα χρόνια μία γυναίκα Γιαζίντι έζησε τη φρίκη στα χέρια των μαχητών του ISIS, καθώς την είχαν αρπάξει όταν ήταν μόλις 15 ετών και την είχαν κάνει σκλάβα του σεξ, κακοποιώντας τη σεξουαλικά, αλλά και βασανίζοντάς την.

Η Σιπάν Χαλίλ ήταν μόλις 15 ετών όταν το ISIS εισέβαλε στο χωριό Κότσο των Γιαζίντι στο Ιράκ το 2014, κατά τη διάρκεια αυτού που ο ΟΗΕ αργότερα αναγνώρισε ως γενοκτονία. Η έφηβη κοπέλα, η οποία τώρα είναι 26 ετών, απήχθη και μεταφέρθηκε στη Ράκα της Συρίας – τότε πρωτεύουσα του χαλιφάτου του Ισλαμικού Κράτους – πριν πουληθεί ως σκλάβα, όπως αναφέρει η Daily Mail.

Γιαζίντι σκλάβα του σεξ περιγράφει τη φρίκη στα χέρια ηγετών του ISIS

Οι ηγέτες του ISIS την κράτησαν για επτά χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων πουλήθηκε επανειλημμένα, κακοποιήθηκε σεξουαλικά και την ανάγκασαν να παντρευτεί. Η Σιπάν κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της είδε νεαρά κορίτσια να δέχονται επιθέσεις και βασανίστηκε συστηματικά με βιασμούς, ξυλοδαρμούς και πείνα από τους ηγέτες της τρομοκρατικής οργάνωσης. Κατέληξε στο σπίτι του ηγέτη του ISIS, Αμπού Μπακρ αλ-Μπαγκντάντι, όπου αναγκάστηκε να εργαστεί ως σκλάβα και να φροντίζει τα παιδιά του.

Η νεαρή κοπέλα έχει μιλήσει αρκετές φορές δημόσια για τον εφιάλτη που βίωνε, με πιο πρόσφατη τη συνέντευξή της στο Rudaw την περασμένη εβδομάδα, όπου περιέγραψε πώς ο Μπαγκντάντι είχε επιτεθεί και σε «πολύ νεαρά κορίτσια» ηλικίας μόλις 8 ετών.


Τα φρικτά βασανιστήρια

Σε προηγούμενη συνέντευξη, περιέγραψε πώς ο Μπαγκντάντι προσπάθησε να τη βιάσει, ενώ μια από τις συζύγους του την κρατούσε κάτω, αφού ανακάλυψαν ένα μυστικό σημειωματάριο στο οποίο κατέγραφε τα εγκλήματα του ISIS. Ο αρχηγός της τρομοκρατικής οργάνωσης, την κλείδωσε σε ένα υπόγειο, χωρίς φαγητό και χωρίς να βλέπει τον ήλιο. Όπως περιέγραψε, το ζευγάρι την κακοποιούσε.

Στα χέρια τους έζησε φρικτά βασανιστήρια, αφού ο Μπαγκντάντι τη βασάνισε με ηλεκτροσόκ, ενώ την ανέκρινε για το περιεχόμενο του ημερολογίου της. Κάποια στιγμή, παραδόθηκε στον εκπρόσωπο του ISIS, Αμπού Μοχάμεντ αλ-Αντνάνι. Ο απαγωγέας της, άλλαξε το όνομά της και την ανάγκασε να αυτοαποκαλείται «Μπακίγια» («Αυτή που απομένει»).


"Με βίαζε ξανά και ξανά πριν και μετά τις προσευχές"

Η Σιπάν αφηγήθηκε πώς είδε άλλους Γιαζίντι σκλάβους στο σπίτι να διαλέγουν έναν κάθε φορά, για να τους βιάσει ο Αντνάνι και προσευχόταν για να μην είναι η επόμενη. Όπως είπε: «Επέστρεψαν σαν πτώματα. Δεν είπαν ποτέ τίποτα», είπε. Ωστόσο, δεν κατάφερε να γλιτώσει από την κακοποίηση και περιέγραψε τον βίαιο βιασμό που υπέστη από το στέλεχος του ISIS. «Έδεσε τους καρπούς μου στα πόδια του καναπέ και άρχισε να με χτυπάει, καθώς κάλυπτε το στόμα μου με τον αγκώνα του. Λιποθύμησα. Δεν κατάλαβα τίποτα μέχρι που ανέτειλε ο ήλιος. Άρχισα να ουρλιάζω. Με κρατούσε δεμένη στον καναπέ και με βίαζε ξανά και ξανά πριν και μετά τις προσευχές».

Η κακοποίησή της συνεχίστηκε για μήνες. Ο Αντνάνι φέρεται να διακινούσε κορίτσια Γιαζίντι ηλικίας μόλις 9 ετών, πουλώντας τα σε μέρη όπως η Τουρκία, ο Λίβανος και οι χώρες του Κόλπου. Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της, αναγκάστηκε να γίνει μάρτυρας ακραίας βίας, που ασκούσαν οι ηγέτες του ISIS. Η Σιπάν είπε στο Al-Monitor ότι την είχαν πάρει με τη βία για να παρακολουθήσει τη φρικτή εκτέλεση του Ιορδανού πιλότου Μουάθ αλ-Κασάσμπε, ο οποίος κάηκε ζωντανός μέσα σε κλουβί στις αρχές του 2015. «Είχα δει αποκεφαλισμένα κεφάλια και νεκρούς, αλλά εκείνη τη μέρα ένιωσα πως μπήκα σε έναν εντελώς άλλο κόσμο», είπε για το έγκλημα που είχε συγκλονίσει όλο τον κόσμο.

Η παντρειά και η εγκυμοσύνη

Το 2017 την πάντρεψαν με το ζόρι με τον Αμπού Αζάμ Λουμπνάνι, έναν 22χρονο μαχητή του ISIS από τον Λίβανο. Όπως περιέγραψε, της έδειχνε με περηφάνια βίντεο όπου εκτελούσε αιχμαλώτους, φωνάζοντας «Αλλάχου Άκμπαρ». Τον χαρακτήρισε «έναν κακό άνθρωπο που υπηρετούσε ένα κράτος που δολοφονούσε αθώους».

Η ίδια ανέφερε ότι κάποια στιγμή ο Λουμπνάνι εντόπισε τον μικρό της αδελφό, που τον εκπαίδευε με τη βία το ISIS, και τον έφερε για λίγο στο σπίτι τους. Τότε η Σιπάν του είπε να πει στην οικογένεια,  ότι εκείνη είχε πεθάνει. Αργότερα, αεροπλάνα του διεθνούς συνασπισμού βομβάρδισαν το κτίριο όπου ζούσε, ενώ ο άνδρας της έλειπε. Η ίδια επέζησε και κατά την ανάρρωσή της έμαθε ότι ήταν έγκυος. «Εύχομαι να είχα πεθάνει όταν το έμαθα, γιατί δεν ήθελα να φέρω στον κόσμο παιδί με πατέρα έναν τρομοκράτη», είπε.





Η απόδραση και η επανασύνδεση με την οικογένειά της

Ο Λουμπνάνι και ένας διακινητής, μετά την ήττα του ISIS, προσπάθησαν να τη μεταφέρουν παράνομα στον Λίβανο, όμως κοντά στο όχημά τους εξερράγη νάρκη, τραυματίζοντάς τους σοβαρά. Αν και η ίδια και το μωρό της, που ήταν μόλις 3 μηνών είχαν τραυματιστεί, κατάφερε να πάρει το όπλο του Λουμπνάνι και να πυροβολήσει εκείνον και τον διακινητή. Όπως είπε, δεν ένιωσε ενοχές: «Αν δεν τους σκότωνα, δεν θα ήμουν ποτέ ελεύθερη. Ήταν η τελευταία μου ευκαιρία».

Η Σιπάν περιπλανήθηκε στην έρημο με το μωρό της, μέχρι που βρήκε ένα υπόστεγο για να προστατευτεί. Δυστυχώς, το παιδί της πέθανε από τα τραύματά του στη διαδρομή. Μια οικογένεια Βεδουίνων την εντόπισε και την έκρυψε για δύο χρόνια. Αφού κατάφερε να μαζέψει χρήματα για να αγοράσει ένα κινητό, άρχισε απεγνωσμένα να ψάχνει την οικογένειά της στα κοινωνικά δίκτυα.

Τελικά, βρήκε τη μητέρα της, 4 αδέλφια και 5 αδελφές της, οι οποίοι σοκαρίστηκαν όταν έμαθαν ότι ζει. Πίστευαν ότι είχε σκοτωθεί στον βομβαρδισμό του 2017 στο σπίτι του Λουμπνάνι και είχαν κάνει ακόμη και συμβολικό τάφο για εκείνη. Οι Βεδουίνοι τη βοήθησαν να επιστρέψει στο Ιράκ και το 2021 επανενώθηκε επίσημα με την οικογένειά της.


Η ζωή της σήμερα

Σήμερα, η Σιπάν, που χρησιμοποιεί και το επώνυμο «Άτζο», ζει στο Βερολίνο, όπου σπουδάζει και εργάζεται με την οργάνωση Farida, μια οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που έχει ιδρυθεί από επιζώντες Γιαζίντι. Παράλληλα φροντίζει τα αδέλφια της που επέζησαν.

Όπως είπε, η οικογένειά της σχεδόν αφανίστηκε στη γενοκτονία. «Σκότωσαν τον πατέρα μου, σκότωσαν τον αδελφό μου, σκότωσαν πολλούς θείους μου και τα ξαδέλφια μου», δήλωσε σε συνέντευξή της, προσθέτοντας: «Φροντίζω τα αδέλφια μου γιατί οι γονείς μου δεν ζουν πια».

Η 26χρονη κοπέλα προσπαθεί να ξαναχτίσει τη ζωή της, αν και οι πρόσφατες επιθέσεις σε κουρδικές περιοχές της Συρίας της ξύπνησαν πολύ επώδυνες μνήμες. Όπως χαρακτηριστικά είπε: «Μου θύμισαν το 2014, όταν επιτέθηκαν σε εμάς τους Γιαζίντι και μας σκότωσαν. Νιώθω πως αυτή η γενοκτονία επαναλαμβάνεται».