Με βάση τον πρώην ειδικό εισαγγελέα Τζακ Σμιθ, ο οποίος μίλησε στη Βουλή των ΗΠΑ, ήταν ευτύχημα για τον Ντόναλντ Τραμπ ότι εξελέγη Πρόεδρος των ΗΠΑ το 2024. Όπως ισχυρίστηκε σε έκθεσή του τον Ιανουάριο του 2025, θα είχε καταφέρει να τον καταδικάσει για πεπραγμένα στις εκλογές του 2020 αν δεν επέστρεφε στον Λευκό Οίκο. Εδώ και παραπάνω από μισό αιώνα, δηλαδή από τότε που έγινε το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ με Πρόεδρο τον Ρίτσαρντ Νίξον, απαγορεύει το υπουργείο Δικαιοσύνης ποινική δίωξη σε εν ενεργεία Πρόεδρο. Ο Τζακ Σμιθ μίλησε την Πέμπτη 22 Ιανουαρίου σε εξεταστική επιτροπή ελεγχόμενη από τους Ρεπουμπλικανούς και τόνισε: «Εάν με ρωτάτε αν θα ασκούσα δίωξη σε έναν πρώην πρόεδρο βασιζόμενος στα ίδια γεγονότα σήμερα, θα το έκανα, αδιάφορο αν αυτός ο πρόεδρος ήταν Δημοκρατικός ή Ρεπουμπλικάνος». 

Διαβάστε: Κατηγορίες σε 18 πρόσωπα για απόπειρα ανατροπής του αποτελέσματος των εκλογών υπέρ του Τραμπ - Ανάμεσά τους κι ο Τζουλιάνι

Ο πρώην ειδικός εισαγγελέας κατήγγειλε και δημοσίως τον Τραμπ για την εκπόνηση παράνομων σχεδιων προκειμένου να ανατρέψει τα αποτελέσματα των εκλογών του 2020 και να μη μεταβιβάσει την εξουσία στον Τζο Μπάιντεν. «Αντί να αποδεχθεί την ήττα του στις προεδρικές εκλογές του 2020, ο πρόεδρος Τραμπ ενεπλάκη σε ένα παράνομο σχέδιο για την ανατροπή των αποτελεσμάτων και την παρεμπόδιση της νόμιμης μεταβίβασης της εξουσίας», είπε ο Σμιθ στη Βουλή και καταδίκασε τα «ψευδή και παραπλανητικά αφηγήματα» γύρω από την έρευνά του. «Πήρα τις αποφάσεις μου χωρίς να σκεφτώ τον πολιτικό προσανατολισμό, τις δραστηριότητες ή τις πεποιθήσεις του προέδρου Τραμπ, ούτε την υποψηφιότητά του το 2024. Ο Πρόεδρος Τραμπ διώχθηκε ποινικά επειδή οι αποδείξεις έδειχναν ότι παραβίασε σκόπιμα τη νομοθεσία, την οποία είχε ορκιστεί να τηρεί», πρόσθεσε. Οι κατηγορίες είναι γνωστές, ωστόσο η προφορική απόθεση έρχεται λίγες ημέρες μετά την πεπεφρασμένη πεποίθηση του Τραμπ, στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε στον Λευκό Οίκο, ότι σε εκείνη τη διαδικασία δεν νίκησε ο Μπάιντεν. 

Ντόναλντ Τραμπ: Οι έρευνες που τερματίστηκαν

Οι εκλόγές του 2024, λοιπόν, παρείχαν μία διέξοδο στον Ντόναλντ Τραμπ, καθώς δύο ομοσπονδιακές έρευνες τερματίστηκαν. Η μία αφορούσε στις απόπειρες ανατροπής του εκλογικού αποτελέσματος του 2020 και η άλλη στην παρακράτηση απορρήτων εγγράφων μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο. Από την πλευρά των Ρεπουμπλικανών βουλευτών, ο στόχος είναι η απόδειξη των λανθασμένων στοιχείων στην έρευνα. Ο Τραμπ είχε δηλώσει, εξάλλου, πως οι διώξεις σε βάρος του συνιστούσαν κατάχρηση του νομικού συστήματος. Μάλιστα, ο Τζιμ Τζόρντα, πρόεδρος της επιτροπής και Ρεπουμπλικανός, τόνισε με την έναρξη της ακρόασης:  «Το θέμα ήταν ανέκαθεν πολιτικό. . Για να πιάσουν τον Ντόναλντ Τραμπ, ήταν πρόθυμοι να κάνουν τα πάντα». Από τη μεριά τους, οι Δημοκρατικοί ανέφεραν πως ο πρώην ειδικός εισαγγελέας ήταν ανεξάρτητος και μόνο οι αποδείξεις τον κατεύθυναν. Ο Τζέιμι Ράσκιν, απευθυνόμενος στον Σμιθ είπε ότι ο Τραμπ του κηλίδωσε το όνομα «όχι επειδή κάνατε κάτι λάθος, αλλά επειδή τα κάνατε όλα σωστά, είχατε το θράσος να κάνετε τη δουλειά σας».

Η κατάθεση του Σμιθ επικεντρώνεται κυρίως στην υπόθεση της ανατροπής του εκλογικού αποτελέσματος. Ένας ομοσπονδιακός δικαστής έχει απαγορεύσει στο υπουργείο Δικαιοσύνης να αποκαλύψει πολλές από τις λεπτομέρειες της δεύτερης υπόθεσης, δηλαδή της παρακράτησης απόρρητων εγγράφων από τον Τραμπ μετά τη λήξη της πρώτης θητείας του, το 2021. Ο Τραμπ, πάντως, αποκαλεί «άρρωστο» τον Σμιθ, ζητά να του ασκηθεί δίωξη και κατηγορεί τη Δικαισσύνη για απόπειρα καταστροφής της προεκλογικής εκστρατείας του το 2024. Η κυβέρνησή του, επίσης, έχει απολύσει δεκάδες δικηγόρους του υπουργείου Δικαιοσύνης, πράκτορες του FBI και άλλους υπαλλήλους που εργάστηκαν στις έρευνες σε βάρος του προέδρου. Δεν έχει υπάρξει ακόμη δικαστική διαμάχη σε αυτό το κομμάτι. 

Πηγή φωτογραφίας: Cleveland19 news (facebook)