Σαν βόμβα είχε σκάσει στη Γενεύη, και διεθνώς, στις αρχές του Ιανουαρίου του 2025, η απόφαση του νέου προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να υπογράψει το διάταγμα για την αποχώρηση της χώρας του από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), αποχώρηση η οποία προγραμματίζεται, σύμφωνα με τη νομοθεσία των ΗΠΑ, για τα τέλη του Ιανουαρίου 2026.

Διαβάστε: ΠΟΥ: Οι ΗΠΑ αποχωρούν επισήμως από τον Οργανισμό - Απίθανη η άμεση επιστροφή


Οριστικό "διαζύγιο" ΗΠΑ-ΠΟΥ: Στα τέλη Ιανουαρίου, ή λίγο αργότερα, η τελική αποχώρηση  

Κύριο επιχείρημα των ΗΠΑ είναι ότι δεν νοείται η συνεισφορά της Κίνας στον ΠΟΥ να είναι λιγότερο από το 10% της αμερικανικής, Η απόφαση δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του ΠΟΥ, καθώς οι ΗΠΑ αποτελούν έναν από τους βασικούς χρηματοδότες του, καλύπτοντας 18% του ετήσιου προϋπολογισμού του Οργανισμού.

Η κυβέρνηση Τραμπ θέλει ο ΠΟΥ να διευθύνεται από έναν Αμερικανό γενικό διευθυντή και γενικό επιθεωρητή, σύμφωνα με τον Λάρι Γκόστιν, καθηγητή παγκόσμιου δικαίου υγείας που διευθύνει το Ινστιτούτο Ο'Νιλ του Πανεπιστημίου Τζόρτζταουν, σύμφωνα με το Politico.

Η ανησυχία της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Γενεύη

Αποκαλυπτικό για το εκρηκτικό κλίμα ανησυχίας, το οποίο είχε επικρατήσει, τότε, στην έδρα του ΠΟΥ, στη Γενεύη, για την ως άνω απόφαση Τραμπ, ήταν το επείγον σημείωμα το οποίο είχε αποστείλει στις 23 Ιανουαρίου 2025 η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στον ΟΗΕ και τους άλλους Διεθνείς Οργανισμούς, από τη Γενεύη, στο διπλωματικό γραφείο του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, και το σύνολο των πολιτικών ηγεσιών των υπουργείων Υγείας και Εξωτερικών. Το επείγον εκείνο σημείωμα της Μόνιμης Αντιπροσωπείας, το οποίο είχε από την αρχή στη διάθεσή του το parapolitika.gr, ανέφερε, μεταξύ άλλων, χαρακτηριστικά: «Παρότι η αποχώρηση των ΗΠΑ από τον ΠΟΥ δεν αποτέλεσε έκπληξη, εντούτοις η ανακοίνωση της σχετικής απόφασης προκάλεσε κραδασμούς στο οικοσύστημα της Γενεύης. Και ενώ διπλωματικά προσχήματα τηρήθηκαν σε επισυναπτόμενη ανακοίνωση του ΠΟΥ (έκφραση λύπης, αναφορά σε προσφορά 75 ετών εκ μέρους των ΗΠΑ, επισήμανση της κοινής προσπάθειας για μετασχηματισμό του ΠΟΥ, έκφραση ελπίδας για αναθεώρηση της απόφασης και προσδοκία για συνέχιση της συνεργασίας προς όφελος της παγκόσμιας υγείας και ευημερίας), παράλληλα άρχισαν συζητήσεις για το τι μέλλει γενέσθαι, ιδίως στο σκέλος της χρηματοδότησης».

Πράγματι, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία για τη χρηματοδότηση του ΠΟΥ, οι ΗΠΑ συνεισέφεραν περίπου 988 εκατ. δολάρια μεταξύ του Ιανουαρίου και του Νοεμβρίου του 2024, ένα χρηματικό ποσό το οποίο αντιστοιχεί περίπου στο 14% του συνολικού ετήσιου προϋπολογισμού των 6,9 δισ. δολαρίων για τον ΠΟΥ. Μάλιστα, ένα έγγραφο, το οποίο παρουσιάστηκε σε μια συνεδρίαση για τον προϋπολογισμό του ΠΟΥ, τον Ιανουάριο του 2025, και το οποίο είχε δει το διεθνές πρακτορείο ειδήσεων Associated Press, ανέφερε ότι η χρηματοδότηση των ΗΠΑ παρέχει τη ραχοκοκαλιά πολλών από τις επιχειρήσεις έκτακτης ανάγκης μεγάλης κλίμακας του ΠΟΥ. Αυτή η χρηματοδότηση έχει στόχο την αντιμετώπιση και την εξάλειψη ασθενειών, παγκοσμίως. Για παράδειγμα, η χρηματοδότηση εκ μέρους των ΗΠΑ καλύπτει το 95% της χρηματοδότησης των δράσεων κατά της φυματίωσης για τον ΠΟΥ στην Ευρώπη, καθώς και το 60% της χρηματοδότησης των προσπαθειών του Οργανισμού για την αντιμετώπιση της φυματίωσης στην Αφρική και τον Δυτικό Ειρηνικό. Ως αποτέλεσμα της αποχώρησης των ΗΠΑ, οι απαντήσεις του ΠΟΥ στη Μέση Ανατολή, την Ουκρανία και το Σουδάν κινδυνεύουν, μαζί με τα διεθνή προγράμματα του Οργανισμού για την εξάλειψη της πολιομυελίτιδας και του ιού HIV/AIDS.

Ο ΠΟΥ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην υποστήριξη των εθνικών συστημάτων υγείας και της ανθεκτικότητάς τους, στην πρόληψη και αντιμετώπιση μεταδοτικών ασθενειών και στη διαχείριση υγειονομικών κρίσεων, μεταξύ άλλων. Στο πλαίσιο αυτό, η συνεργασία της χώρας μας, της Ελλάδας, με τον ΠΟΥ, ειδικά με το περιφερειακό γραφείο του στην Αθήνα με το οποίο συνεργαζόμαστε για πληθώρα προγραμμάτων, καθίσταται ακόμη πιο σημαντική, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχειά της. Η αποχώρηση των ΗΠΑ θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις και στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, καθώς η σταθερή χρηματοδότηση και η τεχνική υποστήριξη του Οργανισμού είναι κρίσιμη για την ενίσχυση των εθνικών τους συστημάτων. Συγκεκριμένα, προδιαγράφονται σοβαρές επιπτώσεις όπως αυτές για τον HIV/AIDS, την ηπατίτιδα, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, όπου η συμμετοχή των ΗΠΑ είναι στο 75% επί του συνόλου της σχετικής χρηματοδότησης.

Φρούδες ελπίδες και ακινησία

Από τότε καλλιεργήθηκαν φρούδες ελπίδες και διεθνείς προσδοκίες περί αριστοτεχνικής «μπλόφας Τραμπ», προκειμένου, έλεγαν ορισμένοι, ο πρόεδρος των ΗΠΑ να επιτύχει σημαντική μείωση της ετήσιας χρηματοδοτικής συνδρομής εκ μέρους της χώρας του για το ταμείο του ΠΟΥ, με αντίστοιχη αύξηση για τη χρηματοδότηση εκ μέρους της Κίνας.

Η ορατή πλέον προοπτική να αποχωρήσουν οι ΗΠΑ από τον Οργανισμό, στα τέλη του τρέχοντος Ιανουαρίου του 2026 ή ακόμη και λίγο αργότερα, είναι εκρηκτικά ανησυχητική και επικίνδυνη, και μάλιστα σε μία εποχή η οποία, με τις επιδημίες και την επανεμφάνιση ξεχασμένων ασθενειών, απαιτεί τη δραστική αύξηση και όχι τη μείωση της χρηματοδότησης των σχετικών δράσεων του ΠΟΥ.

Βεβαίως, ο πρόεδρος Τραμπ εκτιμά ότι ο ΠΟΥ έχει καταστεί πλέον υποχείριο της Κίνας και τίποτε δεν δείχνει ότι επίκειται κάποια αναθεώρηση του διατάγματος για την αποχώρηση των ΗΠΑ από τον ΠΟΥ. Ο Οργανισμός κατηγορείται, μάλιστα, από τον υπερατλαντικό εταίρο ότι για έναν χρόνο δεν έπραξε το παραμικρό, προκειμένου να επιτύχει τη δραστική αύξηση της χρηματοδότησης την οποία παρέχει κατ’ έτος η Κίνα στον ΠΟΥ, η οποία κατηγορείται λίαν εντόνως από τη διοίκηση του προέδρου Τραμπ για το υπερβολικό οικονομικό κόστος το οποίο προκάλεσαν η διεθνής εκστρατεία και ο παγκόσμιος συναγερμός, προκειμένου να τερματιστεί η πανδημία του νέου κορονοϊού, η οποία, με τη σειρά της και πέραν από σενάρια συνωμοσίας, είναι η «σκληρή» πραγματικότητα ότι ξεκίνησε και πυροδοτήθηκε διεθνώς από την ιδία την Κίνα.

Έκφραση λύπης, χωρίς πρωτοβουλίες

Αξίζει, τέλος, να υπενθυμίσουμε ότι τη λύπη του είχε εκφράσει, τον Ιανουάριο του 2025, με ιδιαίτερη έμφαση, ο ΠΟΥ στην ήδη εκπεφρασμένη πρόθεση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να αποσύρει τη χώρα από τις τάξεις του Οργανισμού. 

Συγκεκριμένα, η απαντητική ανακοίνωση, την οποία είχε εκδώσει ο ΠΟΥ, περιοριζόταν σε ένα ευχολόγιο, χωρίς να προϊδεάζει για την ανάληψη μεγάλων πρωτοβουλιών, προκειμένου να αποτρέψει το καταστροφικό αυτό ενδεχόμενο, την έξοδο των ΗΠΑ από τον ΠΟΥ. Έγραφε τότε ο ΠΟΥ στην απαντητική ανακοίνωσή του: «Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκφράζει τη λύπη του για την ανακοίνωση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής προτίθενται να αποχωρήσουν από τον Οργανισμό. Ο ΠΟΥ διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην προστασία της υγείας και της ασφάλειας των ανθρώπων του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων των Αμερικανών, αντιμετωπίζοντας τις βαθύτερες αιτίες των ασθενειών, οικοδομώντας ισχυρότερα συστήματα υγείας και ανιχνεύοντας, προλαμβάνοντας και αντιδρώντας σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης για την υγεία, συμπεριλαμβανομένων των επιδημιών ασθενειών, συχνά σε επικίνδυνα μέρη όπου άλλοι δεν μπορούν να προσεγγίσουν.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ιδρυτικό μέλος του ΠΟΥ το 1948 και από τότε συμμετέχουν στη διαμόρφωση και τη διαχείριση του έργου του ΠΟΥ, μαζί με 193 άλλα κράτη-μέλη, μεταξύ άλλων μέσω της ενεργού συμμετοχής τους στην Παγκόσμια Συνέλευση Υγείας και στο Εκτελεστικό Συμβούλιο. Για πάνω από επτά δεκαετίες, ο ΠΟΥ και οι ΗΠΑ έχουν σώσει αμέτρητες ζωές και έχουν προστατεύσει τους Αμερικανούς και όλους τους ανθρώπους από απειλές για την υγεία. Μαζί δώσαμε τέλος στην ευλογιά και μαζί φέραμε την πολιομυελίτιδα στα πρόθυρα της εξάλειψης. Τα αμερικανικά ιδρύματα έχουν συνεισφέρει και επωφεληθεί από τη συμμετοχή στον ΠΟΥ.

Με τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων κρατών-μελών, ο ΠΟΥ εφάρμοσε τα τελευταία 7 χρόνια τη μεγαλύτερη σειρά μεταρρυθμίσεων στην ιστορία του, για να μετασχηματίσει τη δική μας ευθύνη, τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας και τον αντίκτυπό μας στις χώρες. Το έργο αυτό συνεχίζεται».

Σύμφωνα με το Reuters, τέλος, ο ΠΟΥ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν ακόμη καταβάλει τα τέλη που οφείλουν για το 2024 και το 2025, συνολικού ύψους περίπου 260 εκατομμυρίων δολαρίων. Τα κράτη-μέλη έχουν προγραμματίσει να συζητήσουν την αποχώρηση των ΗΠΑ και τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του εκτελεστικού συμβουλίου του ΠΟΥ, τον ερχόμενο Φεβρουάριο, ανέφερε το διεθνές πρακτορείο ειδήσεων.