Μετά το αιφνιδιαστικό φρένο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε να εκκινήσει τη νομική διαδικασία σχετικά με τη συμφωνία εμπορίου που υπογράφηκε μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Mercosur. Στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που πραγματοποιήθηκε στο Στρασβούργο, συζητήθηκε η συμφωνία εμπορίου που υπογράφηκε στις 17 Ιανουαρίου μεταξύ της ΕΕ και των χωρών του συνδέσμου που απαρτίζεται από τις χώρες Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη και Ουρουγουάη.

Κατά τη διάρκεια της συνόδου, τέθηκε σε ψηφοφορία πρόταση για την υποβολή αιτήματος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σχετικά με τη συμμόρφωση της εμπορικής συμφωνίας με τις Συνθήκες της ΕΕ. Η πρόταση εγκρίθηκε με 334 ψήφους υπέρ και 324 κατά. Ύστερα από αυτή την απόφαση, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θα εξετάσει τις νομικές πτυχές της συμφωνίας, ενώ είναι γνωστό ότι παρόμοιες υποθέσεις που εξετάζονται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο χρειάζονται περίπου δύο χρόνια για να ολοκληρωθούν.

Συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης και Mercosur: Tι προβλέπεται

Η εμπορική συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης και Mercosur, οι διαπραγματεύσεις για την οποία διήρκεσαν 25 χρόνια και που υπογράφηκε στις 17 Ιανουαρίου, θα τεθεί σε ισχύ μετά την έγκρισή της από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της ΕΕ. Βάσει της συμφωνίας, αναμένονται δασμολογικές παραχωρήσεις για ορισμένα γεωργικά προϊόντα, όπως το βόειο κρέας, τα πουλερικά και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, ενώ οι χώρες του συνδέσμου Mercosur αναμένεται να ανοίξουν περαιτέρω τις αγορές τους στα ευρωπαϊκά βιομηχανικά προϊόντα.

Η συμφωνία περιλαμβάνει επίσης ρήτρες διασφάλισης που επιτρέπουν περιορισμούς στην πρόσβαση αγοράς ευαίσθητων γεωργικών προϊόντων που εισάγονται από τον σύνδεσμο Mercosur όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο. Ωστόσο, οι οργανώσεις αγροτών σε όλη την Ευρώπη έχουν δηλώσει ότι δεν θεωρούν αυτά τα μέτρα επαρκή.

Οι Βρυξέλλες θεωρούν τη συμφωνία ως σημαντικό γεωπολιτικό κέρδος που θα ενισχύσει την εμπορική παρουσία και επιρροή της ΕΕ στη Λατινική Αμερική. Τη στιγμή που η Γερμανία και η Ισπανία υποστηρίζουν τη συμφωνία, κράτη μέλη, ιδίως η Γαλλία, η Πολωνία και η Ουγγαρία, μαζί με πολλές αγροτικές οργανώσεις, έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους.