To Κοινοβούλιο παραμένει ισχυρό και δεν παρακάμπτεται από την Επιτροπή
Το μήνυμα του Στρασβούργου
Από τη Mercosur έως το SAFE και τις προτάσεις μομφής στην Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, το Κοινοβούλιο έστειλε μήνυμα ισχύος προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Η τελευταία σύνοδος κορυφής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο, από τις 19 έως τις 22 Ιανουαρίου, εκτός από τις κρίσιμες αποφάσεις που έλαβε αποτέλεσε και ένα σημείο καμπής σε θεσμικό επίπεδο για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε μια περίοδο όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί συστηματικά να ενισχύσει τον εκτελεστικό της ρόλο, περιορίζοντας τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, το Ευρωκοινοβούλιο έστειλε ένα σαφές και ηχηρό μήνυμαότι παραμένει ισχυρό, παρόν και αποφασισμένο να υπερασπιστεί τη δημοκρατική του αποστολή, καθώς είναι το μόνο απευθείας εκλεγμένο όργανο της Ένωσης, Η τελευταία ολομέλεια στο Στρασβούργο λειτούργησε ως πολιτική «ρεβάνς» απέναντι σε μια Επιτροπή που, τους προηγούμενους μήνες, δοκίμασε τα όρια της θεσμικής ανοχής.
Η πολιτική δυναμική που ανέπτυξε το Ευρωπαικό Κοινοβούλιο στη σύνοδο του Ιανουαρίου κατέδειξε ότι δεν αποδέχεται πλέον τον ρόλο του απλού επικυρωτή αποφάσεων. Αντιθέτως, επανατοποθετεί τον εαυτό του στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης, διεκδικώντας τον ρόλο του ως ο κατεξοχήν φορέας δημοκρατικής νομιμοποίησης της Ένωσης. Οι εξελίξεις στο Στρασβούργο ανέδειξαν μια σαφή αλλαγή συσχετισμών, με το Κοινοβούλιο να ανακτά πρωτοβουλίες που μέχρι πρότινος είχαν περάσει αποκλειστικά στα χέρια της Επιτροπής.
Ενδικτεικό στοιχείο αυτής της θεσμικής αντιπαράθεσης αποτέλεσαν οι τέσσερεις προτάσεις μομφής κατά της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Παρότι δεν οδήγησαν σε άμεση πολιτική ανατροπή, λειτούργησαν ως ισχυρό πολιτικό μήνυμα. Αποτύπωσαν τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια ευρωβουλευτών απέναντι σε μια Επιτροπή που κατηγορείται ότι προχωρά σε κρίσιμες αποφάσεις χωρίς ουσιαστική κοινοβουλευτική συμμετοχή. Οι προτάσεις μομφής δεν είχαν μόνο συμβολική αξία· αποτέλεσαν ένδειξη ότι το Κοινοβούλιο είναι διατεθειμένο να χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα θεσμικά εργαλεία για να υπερασπιστεί τον ρόλο του.
Η «ρεβάνς» του Κοινοβουλίου εκφράστηκε με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια στο πεδίο της εμπορικής πολιτικής. Η απόφαση για την παραπομπή της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέστειλε ουσιαστικά την πορεία ενός από τα πιο φιλόδοξα –και αμφιλεγόμενα– εμπορικά εγχειρήματα της Ένωσης. Με οριακή πλειοψηφία, το Κοινοβούλιο απαίτησε έλεγχο της νομικής βάσης και της διαδικασίας έγκρισης της συμφωνίας, αμφισβητώντας ευθέως την επιλογή της Επιτροπής να επιταχύνει το εμπορικό σκέλος μέσω τεχνητού διαχωρισμού της συμφωνίας. Η κίνηση αυτή ανέδειξε ότι το Ευρωκοινοβούλιο δεν διστάζει να φρενάρει στρατηγικές επιλογές της Επιτροπής όταν κρίνει ότι υπονομεύονται οι Συνθήκες και η δημοκρατική λογοδοσία.
Αντίστοιχα, ιδιαίτερη βαρύτητα είχε και η πρωτοβουλία για το πάγωμα της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ–ΗΠΑ. Η απόφαση, που ξεκίνησε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ανέδειξε την ικανότητά του να επηρεάζει καθοριστικά τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις της Ένωσης. Το μήνυμα ήταν σαφές: ακόμη και σε ζητήματα υψηλής γεωπολιτικής σημασίας, το Κοινοβούλιο δεν θα διστάσει να παρέμβει όταν θεωρεί ότι οι όροι μιας συμφωνίας θίγουν τα ευρωπαϊκά συμφέροντα ή παρακάμπτουν τη δημοκρατική διαδικασία.
Οι κινήσεις αυτές αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ιδωθούν υπό το πρίσμα περιπτώσεων όπως το SAFE. Εκεί, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατηγορήθηκε ότι επιχείρησε να παρακάμψει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προχωρώντας σε κρίσιμες αποφάσεις χωρίς την προβλεπόμενη κοινοβουλευτική συμμετοχή. Η έντονη αντίδραση του Κοινοβουλίου και η προσφυγή στη Δικαιοσύνη ανέδειξαν τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας της Επιτροπής και ενίσχυσαν τη θεσμική αυτοπεποίθηση των ευρωβουλευτών. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: η παράκαμψη του Κοινοβουλίου δεν είναι ούτε πολιτικά ούτε νομικά ανώδυνη.
Συνολικά, στηντελευταία σύνοδο κορυφής στο Στρασβούργο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εμφανίστηκε ενισχυμένο, πολιτικά ανθεκτικό και αποφασισμένο να επανακαθορίσει τις ισορροπίες με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σε μια κρίσιμη ιστορική συγκυρία για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το μήνυμα είναι σαφές: το Κοινοβούλιο δεν προτίθεται να υποχωρήσει. Αντιθέτως, διεκδικεί ενεργά τον ρόλο του ως ισχυρός πυλώνας της ευρωπαϊκής δημοκρατίας και ως καθοριστικός παράγοντας στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού μέλλοντος.
Η πολιτική δυναμική που ανέπτυξε το Ευρωπαικό Κοινοβούλιο στη σύνοδο του Ιανουαρίου κατέδειξε ότι δεν αποδέχεται πλέον τον ρόλο του απλού επικυρωτή αποφάσεων. Αντιθέτως, επανατοποθετεί τον εαυτό του στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης, διεκδικώντας τον ρόλο του ως ο κατεξοχήν φορέας δημοκρατικής νομιμοποίησης της Ένωσης. Οι εξελίξεις στο Στρασβούργο ανέδειξαν μια σαφή αλλαγή συσχετισμών, με το Κοινοβούλιο να ανακτά πρωτοβουλίες που μέχρι πρότινος είχαν περάσει αποκλειστικά στα χέρια της Επιτροπής.
Ενδικτεικό στοιχείο αυτής της θεσμικής αντιπαράθεσης αποτέλεσαν οι τέσσερεις προτάσεις μομφής κατά της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Παρότι δεν οδήγησαν σε άμεση πολιτική ανατροπή, λειτούργησαν ως ισχυρό πολιτικό μήνυμα. Αποτύπωσαν τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια ευρωβουλευτών απέναντι σε μια Επιτροπή που κατηγορείται ότι προχωρά σε κρίσιμες αποφάσεις χωρίς ουσιαστική κοινοβουλευτική συμμετοχή. Οι προτάσεις μομφής δεν είχαν μόνο συμβολική αξία· αποτέλεσαν ένδειξη ότι το Κοινοβούλιο είναι διατεθειμένο να χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα θεσμικά εργαλεία για να υπερασπιστεί τον ρόλο του.
Η «ρεβάνς» του Κοινοβουλίου εκφράστηκε με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια στο πεδίο της εμπορικής πολιτικής. Η απόφαση για την παραπομπή της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέστειλε ουσιαστικά την πορεία ενός από τα πιο φιλόδοξα –και αμφιλεγόμενα– εμπορικά εγχειρήματα της Ένωσης. Με οριακή πλειοψηφία, το Κοινοβούλιο απαίτησε έλεγχο της νομικής βάσης και της διαδικασίας έγκρισης της συμφωνίας, αμφισβητώντας ευθέως την επιλογή της Επιτροπής να επιταχύνει το εμπορικό σκέλος μέσω τεχνητού διαχωρισμού της συμφωνίας. Η κίνηση αυτή ανέδειξε ότι το Ευρωκοινοβούλιο δεν διστάζει να φρενάρει στρατηγικές επιλογές της Επιτροπής όταν κρίνει ότι υπονομεύονται οι Συνθήκες και η δημοκρατική λογοδοσία.
Αντίστοιχα, ιδιαίτερη βαρύτητα είχε και η πρωτοβουλία για το πάγωμα της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ–ΗΠΑ. Η απόφαση, που ξεκίνησε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ανέδειξε την ικανότητά του να επηρεάζει καθοριστικά τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις της Ένωσης. Το μήνυμα ήταν σαφές: ακόμη και σε ζητήματα υψηλής γεωπολιτικής σημασίας, το Κοινοβούλιο δεν θα διστάσει να παρέμβει όταν θεωρεί ότι οι όροι μιας συμφωνίας θίγουν τα ευρωπαϊκά συμφέροντα ή παρακάμπτουν τη δημοκρατική διαδικασία.
Οι κινήσεις αυτές αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ιδωθούν υπό το πρίσμα περιπτώσεων όπως το SAFE. Εκεί, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατηγορήθηκε ότι επιχείρησε να παρακάμψει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προχωρώντας σε κρίσιμες αποφάσεις χωρίς την προβλεπόμενη κοινοβουλευτική συμμετοχή. Η έντονη αντίδραση του Κοινοβουλίου και η προσφυγή στη Δικαιοσύνη ανέδειξαν τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας της Επιτροπής και ενίσχυσαν τη θεσμική αυτοπεποίθηση των ευρωβουλευτών. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: η παράκαμψη του Κοινοβουλίου δεν είναι ούτε πολιτικά ούτε νομικά ανώδυνη.
Συνολικά, στηντελευταία σύνοδο κορυφής στο Στρασβούργο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εμφανίστηκε ενισχυμένο, πολιτικά ανθεκτικό και αποφασισμένο να επανακαθορίσει τις ισορροπίες με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σε μια κρίσιμη ιστορική συγκυρία για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το μήνυμα είναι σαφές: το Κοινοβούλιο δεν προτίθεται να υποχωρήσει. Αντιθέτως, διεκδικεί ενεργά τον ρόλο του ως ισχυρός πυλώνας της ευρωπαϊκής δημοκρατίας και ως καθοριστικός παράγοντας στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού μέλλοντος.
En