Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Επείγουσα ανάγκη η συγκρότηση κοινής ευρωπαϊκής άμυνας
Η παρέμβαση Μεϊμαράκη
Η έκθεση της επιτροπής SEDE φέρνει στο φως κρίσιμα κενά στην ευρωπαϊκή άμυνα και την ανάγκη για κοινή στρατηγική και ενιαία αγορά, με παρέμβαση Μεϊμαράκη υπέρ ενός ενιαίου ευρωπαϊκού επιτελείου
Η ευρωπαϊκή ασφάλεια βρίσκεται αναμφίβολα σε κομβικό σημείο. Οι γεωπολιτικές αναταράξεις, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η επανεμφάνιση της λογικής των μεγάλων δυνάμεων και η εξάπλωση των υβριδικών απειλών υποχρεώνουν την Ευρωπαϊκή Ένωση να επανεξετάσει, με όρους επείγοντος, τις αμυντικές της δυνατότητες. Σε αυτό το περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας, η πρόσφατη έκθεση που ενέκριναν οι ευρωβουλευτές της επιτροπής Ασφάλειας και Άμυνας (SEDE) έρχεται να επιβεβαιώσει μια ανησυχητική πραγματικότητα, ότι η ΕΕ εξακολουθεί να διαθέτει σοβαρά και επικίνδυνα αμυντικά κενά.
Σύμφωνα με την έκθεση, τα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν σημαντικές ελλείψεις σε κρίσιμους τομείς όπως η αεράμυνα, τα πυροβόλα συστήματα, οι πύραυλοι, τα πυρομαχικά, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), καθώς και τα συστήματα αντιμετώπισης εχθρικών drones. Τα κενά αυτά δεν είναι απλώς τεχνικά ή διαχειριστικά. Υπονομεύουν άμεσα την ικανότητα της Ένωσης να αποτρέπει απειλές, να προστατεύει αποτελεσματικά τα εξωτερικά της σύνορα και να λειτουργεί ως αξιόπιστος στρατηγικός παράγοντας στο διεθνές σύστημα.
Οι ευρωβουλευτές της επιτροπής SEDE τονίζουν ότι η αντιμετώπιση αυτών των ελλείψεων δεν μπορεί να γίνει αποσπασματικά ούτε αποκλειστικά σε εθνικό επίπεδο. Αντιθέτως, απαιτείται ευρωπαϊκή συνεργασία, η οποία μπορεί να επιτευχθεί μέσα από ενισχυμένη κοινή στρατηγική, βαθύτερη βιομηχανική σύμπραξη, συντονισμένο αμυντικό σχεδιασμό και στοχευμένες επενδύσεις. Μόνο μέσα από αυτή τη συλλογική προσέγγιση μπορεί να διασφαλιστεί η αμυντική ετοιμότητα της Ένωσης σε ένα όλο και πιο ασταθές και απρόβλεπτο περιβάλλον.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ρόλο των νέων τεχνολογιών. Η εισηγήτρια της έκθεσης, Lucia Annunziata (Σοσιαλιστές, Ιταλία), επεσήμανε ότι σύγχρονα οπλικά συστήματα, όπως τα drones και τα όπλα με τεχνητή νοημοσύνη, «αποτελούν τη βάση για μια νέα κοινή άμυνα, με στόχο τη διαρκή ειρήνη για τα κράτη και τους πολίτες τους». Η τοποθέτηση αυτή αντικατοπτρίζει μια βαθύτερη αλλαγή στη επικρατούσα- μέχρι πρόσφατα- αντίληψη των ευρωπαϊκών θεσμών, ότι η άμυνα δεν αφορά πλέον μόνο αριθμούς και παραδοσιακά εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά κυρίως την τεχνολογική υπεροχή, την καινοτομία και τη στρατηγική αυτάρκεια. Σε αυτή τη λογική, οι ευρωβουλευτές ζητούν την άρση των εμποδίων που εξακολουθούν να κατακερματίζουν την ευρωπαϊκή αμυντική αγορά. Σήμερα, η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία παραμένει εγκλωβισμένη σε εθνικούς φραγμούς, επικαλύψεις προγραμμάτων και έλλειψη οικονομιών κλίμακας. Το αποτέλεσμα είναι υψηλότερο κόστος, χαμηλότερη διαλειτουργικότητα και αυξημένη εξάρτηση από προμηθευτές εκτός ΕΕ, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ως απάντηση, η επιτροπή SEDE προτείνει τη δημιουργία μιας ισχυρότερης και πιο ολοκληρωμένης ενιαίας αγοράς άμυνας. Οι προτάσεις περιλαμβάνουν αυξημένη και μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση από την ΕΕ, συγκέντρωση της ζήτησης μέσω κοινών προμηθειών, απλούστευση των κανονισμών και παροχή κινήτρων για διασυνοριακή συνεργασία. Κεντρικός στόχος είναι η ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Τεχνολογικής και Βιομηχανικής Βάσης Άμυνας (EDTIB), ώστε η Ευρώπη να μπορεί να σχεδιάζει, να παράγει και να συντηρεί τα κρίσιμα αμυντικά της συστήματα.
Ενδεικτική της νέας αυτής αντίληψης είναι η δήλωση του εισηγητή Tobias Cremer (Σοσιαλιστές, Γερμανία) σύμφωνα με την οποία,«Στο νέο κόσμο της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων, μια ενιαία ευρωπαϊκή αγορά άμυνας δεν αποτελεί υψηλό ιδεώδες, αλλά επείγουσα αναγκαιότητα. Η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία ξεκινά από μια ενιαία αγορά άμυνας».
Ιδιαίτερη βαρύτητα στον διάλογο για το μέλλον της ευρωπαϊκής άμυνας έχει και η παρέμβαση του Έλληνα ευρωβουλευτή, Βαγγέλη Μεϊμαράκη, ο οποίος συμμετέχει στις επιτροπές Εξωτερικών Υποθέσεων (AFET) και Ασφάλειας και Άμυνας (SEDE), καθώς και στην αρμόδια αντιπροσωπεία για τις σχέσεις με το ΝΑΤΟ. Μιλώντας στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο, ο κ. Μεϊμαράκης έθεσε με σαφήνεια ένα κρίσιμο ζήτημα: την ανάγκη δημιουργίας ενός ενιαίου ευρωπαϊκού επιτελείου ως βασικής προϋπόθεσης για αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ.
Όπως τόνισε, «κοινή πολιτική άμυνας σημαίνει ευρωπαϊκή πολιτική», υπογραμμίζοντας ότι η ασφάλεια των Ευρωπαίων πολιτών δεν μπορεί να διασφαλιστεί με 27 εθνικά επιτελεία. «Αυτή η πολυδιάσπαση δεν αποτελεί πλεονέκτημα. Αποτελεί μεγάλη αδυναμία», σημείωσε χαρακτηριστικά. Το ενιαίο ευρωπαϊκό επιτελείο, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν θα υποκαταστήσει το ΝΑΤΟ ούτε θα καταργήσει τα εθνικά επιτελεία, αλλά θα λειτουργήσει συμπληρωματικά, προσδιορίζοντας συλλογικά τις απειλές στα ευρωπαϊκά σύνορα και οργανώνοντας την κοινή αποτροπή με ενιαία στρατηγική.
Ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης επεσήμανε επίσης ότι μέχρι σήμερα τα βήματα που έχουν γίνει επικεντρώνονται κυρίως στην εξεύρεση πόρων για την αμυντική βιομηχανία. Αυτό, όμως, δεν αρκεί. Για να υπάρξει πραγματική ασφάλεια, απαιτείται μετάβαση από την αποσπασματική άμυνα στη στοχευμένη συλλογική αποτροπή, με κοινές προμήθειες, σαφείς ευρωπαϊκές προτεραιότητες και στρατηγική συνοχή. Μόνο έτσι, όπως τόνισε, η Ευρώπη μπορεί να διασφαλίσει την ειρήνη και τη σταθερότητα απέναντι σε απολυταρχικά καθεστώτα και στις σύνθετες απειλές της σύγχρονης εποχής.
Οι εξελίξεις αυτές συζητούνται παράλληλα με την ενίσχυση του διαλόγου ΕΕ–ΝΑΤΟ. Σε κοινή συνεδρίαση των επιτροπών Εξωτερικών Υποθέσεων (AFET), Ασφάλειας και Άμυνας (SEDE) και της Αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις σχέσεις με το ΝΑΤΟ, οι ευρωβουλευτές αντάλλαξαν απόψεις με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μάρκ Ρούτε, για τις ευρωατλαντικές σχέσεις, τη συνέχιση της στήριξης προς την Ουκρανία, τις υβριδικές απειλές, αλλά και το ζήτημα της Γροιλανδίας, που –όπως επισημάνθηκε– απειλεί τη συνοχή της Συμμαχίας. Υπενθυμίζεται ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει παγώσει τη συμφωνία αναστολής δασμών με τις ΗΠΑ, στέλνοντας σαφές πολιτικό μήνυμα υπεράσπισης της ευρωπαϊκής κυριαρχίας.
Σύμφωνα με την έκθεση, τα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν σημαντικές ελλείψεις σε κρίσιμους τομείς όπως η αεράμυνα, τα πυροβόλα συστήματα, οι πύραυλοι, τα πυρομαχικά, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), καθώς και τα συστήματα αντιμετώπισης εχθρικών drones. Τα κενά αυτά δεν είναι απλώς τεχνικά ή διαχειριστικά. Υπονομεύουν άμεσα την ικανότητα της Ένωσης να αποτρέπει απειλές, να προστατεύει αποτελεσματικά τα εξωτερικά της σύνορα και να λειτουργεί ως αξιόπιστος στρατηγικός παράγοντας στο διεθνές σύστημα.
Οι ευρωβουλευτές της επιτροπής SEDE τονίζουν ότι η αντιμετώπιση αυτών των ελλείψεων δεν μπορεί να γίνει αποσπασματικά ούτε αποκλειστικά σε εθνικό επίπεδο. Αντιθέτως, απαιτείται ευρωπαϊκή συνεργασία, η οποία μπορεί να επιτευχθεί μέσα από ενισχυμένη κοινή στρατηγική, βαθύτερη βιομηχανική σύμπραξη, συντονισμένο αμυντικό σχεδιασμό και στοχευμένες επενδύσεις. Μόνο μέσα από αυτή τη συλλογική προσέγγιση μπορεί να διασφαλιστεί η αμυντική ετοιμότητα της Ένωσης σε ένα όλο και πιο ασταθές και απρόβλεπτο περιβάλλον.
Έμφαση στις νέες τεχνολογίες
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ρόλο των νέων τεχνολογιών. Η εισηγήτρια της έκθεσης, Lucia Annunziata (Σοσιαλιστές, Ιταλία), επεσήμανε ότι σύγχρονα οπλικά συστήματα, όπως τα drones και τα όπλα με τεχνητή νοημοσύνη, «αποτελούν τη βάση για μια νέα κοινή άμυνα, με στόχο τη διαρκή ειρήνη για τα κράτη και τους πολίτες τους». Η τοποθέτηση αυτή αντικατοπτρίζει μια βαθύτερη αλλαγή στη επικρατούσα- μέχρι πρόσφατα- αντίληψη των ευρωπαϊκών θεσμών, ότι η άμυνα δεν αφορά πλέον μόνο αριθμούς και παραδοσιακά εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά κυρίως την τεχνολογική υπεροχή, την καινοτομία και τη στρατηγική αυτάρκεια. Σε αυτή τη λογική, οι ευρωβουλευτές ζητούν την άρση των εμποδίων που εξακολουθούν να κατακερματίζουν την ευρωπαϊκή αμυντική αγορά. Σήμερα, η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία παραμένει εγκλωβισμένη σε εθνικούς φραγμούς, επικαλύψεις προγραμμάτων και έλλειψη οικονομιών κλίμακας. Το αποτέλεσμα είναι υψηλότερο κόστος, χαμηλότερη διαλειτουργικότητα και αυξημένη εξάρτηση από προμηθευτές εκτός ΕΕ, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ως απάντηση, η επιτροπή SEDE προτείνει τη δημιουργία μιας ισχυρότερης και πιο ολοκληρωμένης ενιαίας αγοράς άμυνας. Οι προτάσεις περιλαμβάνουν αυξημένη και μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση από την ΕΕ, συγκέντρωση της ζήτησης μέσω κοινών προμηθειών, απλούστευση των κανονισμών και παροχή κινήτρων για διασυνοριακή συνεργασία. Κεντρικός στόχος είναι η ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Τεχνολογικής και Βιομηχανικής Βάσης Άμυνας (EDTIB), ώστε η Ευρώπη να μπορεί να σχεδιάζει, να παράγει και να συντηρεί τα κρίσιμα αμυντικά της συστήματα.
Ενδεικτική της νέας αυτής αντίληψης είναι η δήλωση του εισηγητή Tobias Cremer (Σοσιαλιστές, Γερμανία) σύμφωνα με την οποία,«Στο νέο κόσμο της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων, μια ενιαία ευρωπαϊκή αγορά άμυνας δεν αποτελεί υψηλό ιδεώδες, αλλά επείγουσα αναγκαιότητα. Η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία ξεκινά από μια ενιαία αγορά άμυνας».
Η παρέμβση Μεϊμαράκη
Ιδιαίτερη βαρύτητα στον διάλογο για το μέλλον της ευρωπαϊκής άμυνας έχει και η παρέμβαση του Έλληνα ευρωβουλευτή, Βαγγέλη Μεϊμαράκη, ο οποίος συμμετέχει στις επιτροπές Εξωτερικών Υποθέσεων (AFET) και Ασφάλειας και Άμυνας (SEDE), καθώς και στην αρμόδια αντιπροσωπεία για τις σχέσεις με το ΝΑΤΟ. Μιλώντας στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο, ο κ. Μεϊμαράκης έθεσε με σαφήνεια ένα κρίσιμο ζήτημα: την ανάγκη δημιουργίας ενός ενιαίου ευρωπαϊκού επιτελείου ως βασικής προϋπόθεσης για αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ.
Όπως τόνισε, «κοινή πολιτική άμυνας σημαίνει ευρωπαϊκή πολιτική», υπογραμμίζοντας ότι η ασφάλεια των Ευρωπαίων πολιτών δεν μπορεί να διασφαλιστεί με 27 εθνικά επιτελεία. «Αυτή η πολυδιάσπαση δεν αποτελεί πλεονέκτημα. Αποτελεί μεγάλη αδυναμία», σημείωσε χαρακτηριστικά. Το ενιαίο ευρωπαϊκό επιτελείο, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν θα υποκαταστήσει το ΝΑΤΟ ούτε θα καταργήσει τα εθνικά επιτελεία, αλλά θα λειτουργήσει συμπληρωματικά, προσδιορίζοντας συλλογικά τις απειλές στα ευρωπαϊκά σύνορα και οργανώνοντας την κοινή αποτροπή με ενιαία στρατηγική.
Ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης επεσήμανε επίσης ότι μέχρι σήμερα τα βήματα που έχουν γίνει επικεντρώνονται κυρίως στην εξεύρεση πόρων για την αμυντική βιομηχανία. Αυτό, όμως, δεν αρκεί. Για να υπάρξει πραγματική ασφάλεια, απαιτείται μετάβαση από την αποσπασματική άμυνα στη στοχευμένη συλλογική αποτροπή, με κοινές προμήθειες, σαφείς ευρωπαϊκές προτεραιότητες και στρατηγική συνοχή. Μόνο έτσι, όπως τόνισε, η Ευρώπη μπορεί να διασφαλίσει την ειρήνη και τη σταθερότητα απέναντι σε απολυταρχικά καθεστώτα και στις σύνθετες απειλές της σύγχρονης εποχής.
Διάλογος ΕΕ-ΝΑΤΟ
Οι εξελίξεις αυτές συζητούνται παράλληλα με την ενίσχυση του διαλόγου ΕΕ–ΝΑΤΟ. Σε κοινή συνεδρίαση των επιτροπών Εξωτερικών Υποθέσεων (AFET), Ασφάλειας και Άμυνας (SEDE) και της Αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις σχέσεις με το ΝΑΤΟ, οι ευρωβουλευτές αντάλλαξαν απόψεις με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μάρκ Ρούτε, για τις ευρωατλαντικές σχέσεις, τη συνέχιση της στήριξης προς την Ουκρανία, τις υβριδικές απειλές, αλλά και το ζήτημα της Γροιλανδίας, που –όπως επισημάνθηκε– απειλεί τη συνοχή της Συμμαχίας. Υπενθυμίζεται ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει παγώσει τη συμφωνία αναστολής δασμών με τις ΗΠΑ, στέλνοντας σαφές πολιτικό μήνυμα υπεράσπισης της ευρωπαϊκής κυριαρχίας.
En