Πασκάλ Λαμί: "Φτιάξαμε ένα ισχυρό ευρώ σε μια ατελή οικονομική ένωση"
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Ο στενός συνεργάτης του Ζακ Ντελόρ μιλά για το ευρώ, τη «χωλή» οικονομική ένωση, την απουσία πολιτικής ολοκλήρωσης και το υπαρξιακό δίλημμα της Ευρώπης σε έναν εχθρικό κόσμο
Τριάντα και πλέον χρόνια , ένας από τους ανθρώπους που βρέθηκαν στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης επιστρέφει για να φωτίσει το παρασκήνιο, τους στόχους και τις αδυναμίες αυτής της ιστορικής στιγμής. Ο Πασκάλ Λαμί, στενός συνεργάτης και πρόσωπο «κλειδί» δίπλα στον Ζακ Ντελόρ, υπηρέτησε για σχεδόν μια δεκαετία στο ανώτατο επιτελείο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της ενιαίας αγοράς, της κοινωνικής και περιφερειακής πολιτικής, αλλά και του σχεδίου που οδήγησε στην ΟΝΕ και στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα.
Σε μια περίοδο όπου η ΕΕ καλείται ξανά να επαναπροσδιορίσει τον χαρακτήρα και τον ρόλο της σε έναν ασταθή και ανταγωνιστικό κόσμο, ο Λαμί μιλά με καθαρότητα και ειλικρίνεια για όσα πέτυχε, και όσα δεν ολοκλήρωσε η Συνθήκη του Μάαστριχτ, για τις σημερινές γεωπολιτικές προκλήσεις, αλλά και για το τι χρειάζεται μια νέα γενιά Ευρωπαίων, ώστε να πιστέψει ξανά στο κοινό ευρωπαϊκό όραμα.
-Κύριε Lamy, πώς θα περιγράφατε το πολιτικό και οικονομικό κλίμα στην Ευρώπη πριν από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ;
Ήταν ενα κλίμα ευρωπαϊκής δυναμικής. Υπήρχε μεγάλη πρόοδος στην ενιαία αγορά, στις περιφερειακές και στις κοινωνικές πολιτικές,υπήρχε όμως και ένα μεγάλο ιστορικό σημείο καμπής αυτό της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου και την επανένωση της Γερμανίας, όλοι αυτοί οι παράγοντες, συνέβαλαν στη γέννηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ το 1992.
-Υπήρξε ποτέ μια στιγμή κρίσης ή αμφιβολίας κατά τις διαπραγματεύσεις όπου πιστέψατε ότι η Συνθήκη ίσως να μην υπογραφεί;
Όχι πραγματικά, καθώς υπήρχε η συλλογική βούληση να γίνει ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός. Περισσότερο υπήρχε το ερώτημα για το αν το τελικό αποτέλεσμα θα ανταποκρινόταν στις προσδοκίες μας.
-Συνεργαστήκατε στενά με τον Ζακ Ντελόρ για σχεδόν μια δεκαετία. Πώς θα περιγράφατε τη σχέση εμπιστοσύνης που αναπτύξατε και ποιο ρόλο έπαιξε στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής εκείνης της περιόδου;
Υπήρξα στενός συνεργάτης του Ζακ Ντελόρ ως Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών στο Παρίσι και στη συνέχεια διευθυντής του γραφείου του και "G7 sherpa" από τότε που ανέλαβε την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 1985. Ήταν αρκετός χρόνος για να οικοδομηθεί μια βαθιά και ισχυρή σχέση βασισμένη σε κοινές πολιτικές αξίες, στις οραματικές, στρατηγικές και εξαιρετικές επικοινωνιακές του ικανότητες και στη δική μου κλίση προς την υλοποίηση. Η στιγμή του Μάαστριχτ ήταν μέρος αυτού που εκείνος έβλεπε εξαρχής ως μια τολμηρή ακολουθία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: ξεκινώντας με την ενιαία αγορά, ενισχύοντας τις περιφερειακές και κοινωνικές πολιτικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στη συνέχεια δημιουργώντας ένα κοινό νόμισμα, έπειτα επεκτείνοντας τις ευρωπαϊκές αρμοδιότητες σε νέους τομείς όπως το περιβάλλον, η δικαιοσύνη και οι εσωτερικές υποθέσεις, η εξωτερική πολιτική και η ασφάλεια — όλα διαδοχικά στάδια που οδηγούσαν σε μια πιο πολιτική Ένωση. Δεν διαμόρφωσε μόνο την ατζέντα, αλλά ασχολήθηκε και με τα πιο σύνθετα ζητήματα, για παράδειγμα όταν προήδρευσε της ομάδας εμπειρογνωμόνων που συνέταξε το σχέδιο για τη νομισματική ένωση.
-Αν μπορούσατε να αλλάξετε ένα στοιχείο από τα κριτήρια σύγκλισης, ποιο θα ήταν και γιατί;
Τα κριτήρια σύγκλισης ήταν υποκατάστατο ισχυρότερων κοινών ευρωπαϊκών οικονομικών και δημοσιονομικών κανόνων που ο Ντελόρ υποστήριζε, αλλά θεωρήθηκαν υπερβολικά ομοσπονδιακά από τις εθνικές κυβερνήσεις. Χτίσαμε, όπως θα έλεγε, μια οικονομική και νομισματική ένωση με ένα ισχυρό νομισματικό σκέλος αλλά ένα αδύναμο οικονομικό σκέλος, οδηγώντας σε μια δυσάρεστη «χωλότητα». Η νομισματική ένωση με την Κεντρική Τράπεζα ήταν αποτελεσματική στην αντιμετώπιση μεγάλων κρίσεων. Η οικονομική ένωση παραμένει μερική, ατελής και λιγότερο αποτελεσματική με την πάροδο του χρόνου.
-Πιστεύετε ότι η Συνθήκη θα έπρεπε να είχε προχωρήσει περισσότερο στην πολιτική ολοκλήρωση ή ήταν πολύ νωρίς εκείνη την εποχή;
Ναι, πράγματι. Αλλά το Ηνωμένο Βασίλειο αντιτάχθηκε συστηματικά σε πιο φιλόδοξα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Για τους Βρετανούς, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ήταν ένας οικονομικός μηχανισμός, όχι ένας πολιτικός. Ένα καλό άλλοθι και για άλλους που δεν χρειαζόταν να εκφραστούν ανοιχτά.
-Πόσο ρεαλιστική είναι σήμερα η ιδέα μιας πραγματικής πολιτικής ένωσης στην Ευρώπη;
Είναι πιο αναγκαία από ποτέ, δεδομένης της επιστροφής της σκληρής γεωπολιτικής και των παιχνιδιών ισχύος στον κόσμο, των κινδύνων εξαφάνισης του ευρωπαϊκού πολιτισμού στο μέλλον λόγω των δημογραφικών, οικονομικών, τεχνολογικών και στρατηγικών μας αδυναμιών. Οι ευρωπαϊκές κοινές γνώμες τη θέλουν, όπως δείχνουν διάφορες ποιοτικές δημοσκοπήσεις. Αλλά οι ευρωπαίοι και εθνικοί ηγέτες συλλογικά στερούνται τόσο το όραμα όσο και την πολιτική ισχύ για να υλοποιήσουν αυτό που είναι άμεσα αναγκαίο, δηλαδή νέα τολμηρά βήματα ολοκλήρωσης, τώρα.
Γι’ αυτό μόλις συνίδρυσα το νέο Ίδρυμα Jacques Delors – Friends of Europe, ώστε να κινητοποιήσουμε γρήγορα περισσότερους ανθρώπους και πόρους στη σωστή μεγάλη κλίμακα και δυναμική σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.
-Αναδρομικά, ποιο θεωρείτε το μεγαλύτερο επίτευγμα και ποια τη μεγαλύτερη αδυναμία της Συνθήκης του Μάαστριχτ;
Μεγαλύτερο επίτευγμα: το ευρώ. Μεγαλύτερη αδυναμία: μια ανολοκλήρωτη οικονομική ένωση με τη διατήρηση της ομοφωνίας σε δημοσιονομικά θέματα.
-Πώς θα απαντούσατε στους επικριτές που υποστηρίζουν ότι η Συνθήκη οδήγησε σε μια “Ευρώπη των αγορών” και όχι σε μια “Ευρώπη των πολιτών”;
Συμμερίζομαι αυτή την άποψη· αλλά τότε (και ακόμη σήμερα, αν και σε μικρότερο βαθμό) υπήρχε μεγαλύτερη συναίνεση μεταξύ των κρατών-μελών στα οικονομικά παρά στην πολιτική ολοκλήρωση.
Η πολιτική ολοκλήρωση, δηλαδή η δημιουργία ενός νέου πανευρωπαϊκού πολιτικού χώρου, προϋποθέτει ένα αίσθημα του «ανήκειν» και μια συναισθηματική κινητοποίηση — βασικά στοιχεία της ιδιότητας του πολίτη — τα οποία δεν έχουν ακόμη πραγματικά διαμορφωθεί.
-Κατά τη γνώμη σας, ποια από τις μεταγενέστερες αναθεωρήσεις των Συνθηκών υπήρξε η πιο σημαντική και γιατί;
Η Συνθήκη της Λισαβόνας, μετά την αποτυχημένη προσπάθεια υιοθέτησης ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος.
Απλοποίησε κάπως τους θεσμούς και συνέχισε την αναζήτηση ισορροπίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου των κρατών-μελών, των δύο πηγών της ευρωπαϊκής δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Αλλά, δυστυχώς, δεν οδήγησε στη θέσπιση πλειοψηφικής ψηφοφορίας σε ουσιώδη θέματα όπως η φορολογία και ο προϋπολογισμός.
-Πώς θα έπρεπε να μοιάζει ένα “νέο Μάαστριχτ” για τον 21ο αιώνα;
Θα έπερεπε να περιλαμβάνει την κατάργηση της ομοφωνίας σε κρίσημα ζητήματα η οποία όμως παραμένει, θα έπερεπε να προβλέπει την αύξηση του προϋπολογισμού της ΕΕ στο 5% του ΑΕΠ της ΕΕ, καθώς και τη μετάβαση σε κοινές αρμοδιότητες σε στρατηγικά ζητήματα ασφάλειας και άμυνας.
-Πώς μπορεί η ΕΕ να βρει ξανά μια ισορροπία ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία και την κοινωνική συνοχή;
Οι καιροί έχουν αλλάξει. Την εποχή του Ντελόρ, η ισορροπία που έπρεπε να επιτευχθεί ήταν ανάμεσα στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για τη διεύρυνση της οικονομίας και στην παροχή χρηματοδοτικών πόρων ώστε οι φτωχότερες χώρες ή περιφέρειες να μπορέσουν να καλύψουν το χάσμα σε ένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Σήμερα, η δημοσιονομική πειθαρχία έχει μικρότερη προτεραιότητα, δεδομένων των τεράστιων επενδύσεων που απαιτούνται για την ψηφιοποίηση, την πράσινη μετάβαση και την άμυνα. Και η κοινωνική συνοχή έχει υποχωρήσει στην ευρωπαϊκή ατζέντα λόγω της σταδιακής μετατόπισης της πολιτικής από το κέντρο-αριστερά προς το κέντρο-δεξιά. Η ανταγωνιστικότητα βρίσκεται πλέον στην κορυφή της λίστας προτεραιοτήτων.
– Θεωρείτε ότι ορισμένες χώρες ωφελήθηκαν περισσότερο από τη Συνθήκη; Ποιες είναι αυτές και με ποιον τρόπο ευνοήθηκαν;
Η ΟΝΕ, διευκολύνοντας την οικονομική ολοκλήρωση της ΕΕ, ωφέλησε τις ισχυρότερες οικονομίες, ενώ οι ασθενέστερες έχασαν τα οφέλη (που συνοδεύονται από κόστος) της ευελιξίας των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Ο χαμηλός πληθωρισμός αποτέλεσε όφελος για όλους. Η άλλη όψη του νομίσματος ήταν ότι δημιουργήθηκε μεγαλύτερο περιθώριο για υπερχρέωση χωρίς τον συνήθη αντίκτυπο της αύξησης των επιτοκίων, γεγονός που σήμαινε απώλεια ενός ισχυρού μηχανισμού οικονομικής σταθεροποίησης.
– Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι η ΕΕ δαπανά τεράστια ποσά για την άμυνα; Θα μπορούσε να καταστεί αυτόνομη από το ΝΑΤΟ και τις Ηνωμένες Πολιτείες;
Η ΕΕ βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με έναν εχθρικό κόσμο: με μια ιδεολογικά επιθετική ΗΠΑ στα δυτικά, μια στρατιωτικά απειλητική Ρωσία στα ανατολικά και έναν οικονομικά ισχυρό ανταγωνιστή όπως η Κίνα. Κατά συνέπεια, χρειάζεται να ενισχύσει την ασφάλειά της και την ικανότητά της να προστατεύει τους πολίτες της. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των δαπανών πραγματοποιείται σε εθνικό επίπεδο, σύμφωνα με τη θεσμική δομή της ΕΕ, όμως χρειαζόμαστε περισσότερον συντονισμό και οικονομίες κλίμακας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
– Κατά τη γνώμη σας, ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η ΕΕ;
Η διασφάλιση μεγαλύτερης στρατηγικής αυτονομίας, η οποία προϋποθέτει την αντιμετώπιση των αδυναμιών μας — είτε οικονομικών (χαμηλό αναπτυξιακό δυναμικό), είτε τεχνολογικών (κενά στην καινοτομία), είτε στρατηγικών (αμυντική ικανότητα), είτε χρηματοοικονομικών (ανεπαρκείς επενδύσεις) — όπως έχουν διαγνωσθεί από τους Ντράγκι και Λέτα. Αυτό απαιτεί πολύ μεγαλύτερη και πολύ ταχύτερη κινητοποίηση πολιτικής ενέργειας από αυτήν που διαθέτουμε σήμερα, αλλά και περισσότερη ενότητα και συλλογική αποφασιστικότητα.
-Τέλος, ποιο μήνυμα θα δίνατε στη νέα γενιά Ευρωπαίων που μεγάλωσε με το ευρώ αλλά ίσως δεν πιστεύει πλέον στο ευρωπαϊκό ιδεώδες;
Θέλετε να γίνετε Κινέζοι ή Αμερικανοί;
Η συνέντευξη δημοσιευθηκε στο ένθετο "Μάαστριχτ" της εφημερίδας ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ στις 31/01/2026
En