Ένα «κατάλοιπο» της αποπειραθείσας ισορροπίας των κυρίαρχων πυρηνικών δυναμέων στον Ψυχρό Πόλεμο περνά σήμερα στην ιστορία, καθώς η συμφωνία New Start (Strategic Arms Reduction Treaty, Συμφωνία περιορισμού των στρατηγικών όπλων) έληξε σήμερα (5/2) στις 02:00 ώρα Ελλάδος, θέτοντας ένα τέλος στον έλεγχο των πυρηνικών οπλοστασίων ΗΠΑ και Ρωσίας. Ο Αντόνιο Γκουτέρες, γ.γ. του ΟΗΕ, παρότρυνε χθες Τετάρτη την Ουάσινγκτον και τη Μόσχα να αρχίσουν «χωρίς καθυστέρηση» διαπραγματεύσεις, με τη λήξη της συμφωνίας να χαρακτηρίζεται ως «πολύ σοβαρή στιγμή για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια», σημειώνοντας πως «ο κίνδυνος χρήσης πυρηνικών όπλων βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και δεκαετίες».
Τα ζητήματα βέβαια με την εφαρμογή της συμφωνίας υπήρχαν ήδη, ιδίως σε σχέση με τις επιθεωρήσεις των οπλοστασίων. Οι ΗΠΑ επίσης αποσύρθηκαν το 2019 από σημαντική συμφωνία πυρηνικού αφοπλισμού -για τα πυρηνικά όπλα μέσου βεληνεκούς (INF)- που είχαν υπογράψει το 1987 με τη Ρωσία (σ.σ. την τότε ΕΣΣΔ).

Το ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών έχει δηλώσει ότι οι ΗΠΑ δεν απάντησαν στην πρόταση του προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν να συνεχίσουν να τηρούν τα όρια για τους πυραύλους και τις κεφαλές που προβλέπονται στη συνθήκη για άλλους 12 μήνες, χωρίς πάντως να προβλέπονται επιθεωρήσεις των πυρηνικών οπλοστασίων για το εν λόγω διάστημα.

«Θεωρούμε ότι τα μέρη της νέας συνθήκης START δεν δεσμεύονται πλέον από καμία υποχρέωση ή συμμετρική δήλωση στο πλαίσιο της συνθήκης», ανέφερε το υπουργείο. «Ουσιαστικά, οι ιδέες μας αγνοούνται σκόπιμα. Αυτή η προσέγγιση [των ΗΠΑ] φαίνεται λανθασμένη και λυπηρή», πρόσθεσε.
Από την πλευρά του ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, αρχικά εμφανιζόταν ανοιχτός στην ιδέα της παράτασης και έχει συχνά εκφράσει την επιθυμία του για πυρηνικό αφοπλισμό. Ωστόσο, τον Ιανουάριο αψήφησε τη λήξη της νέας συνθήκης START, δηλώνοντας στην εφημερίδα The New York Times: «Αν λήξει, ας είναι. Θα συνάψουμε μια καλύτερη συμφωνία», ενώ έχει ζητήσει και τη συμμετοχή της Κίνας σε τυχόν μελλοντικές πυρηνικές διαπραγματεύσεις, με τον Ρώσο πρόεδρο να επιθυμεί την ένταξη Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας σε οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία.

Ποια είναι η νέα START που περνά πλέον στην ιστορία; Τι προβλέπει για το πυρηνικό οπλοστάσιο ΗΠΑ και Ρωσίας

Η νέα START ήταν μια δεκαετής συμφωνία που υπογράφηκε το 2010 από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, και τον Ντμίτρι Μεντβέντεφ, που διετέλεσε πρόεδρος της Ρωσίας για μια θητεία μεταξύ 2008 και 2012. Η συμφωνία τέθηκε σε ισχύ το 2011. Η συμφωνία ανανεώθηκε για 5 χρόνια ακόμα, επί προεδρίας Μπάιντεν, με την επισήμανση πως αυτό μπορούσε να γίνει μία φορά. Είχε προηγηθεί η πρώτη συμφωνία START (START I) μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης το 1991 και η START II, η οποία προέβλεπε την κατάργηση των MIRVs (πύραυλοι με πολλαπλές πυρηνικές κεφαλές) στους χερσαίους ICBMs, αλλά και την περαιτέρω μείωση των πυρηνικών κεφαλών, η οποία δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ, με τη Ρωσία να αποχωρεί από αυτήν το 2002. Υπήρχαν και οι συμφωνίες SALT (Strategic Arms Limitation Agreement, Συμφωνία για τον περιορισμό των στρατηγικών όπλων), με την πρώτη να συνάπτεται το 1972 (περίοδος ύφεσης, detente, στον Ψυχρό Πόλεμο) και τη δεύτερη να υπογράφεται 7 χρόνια μετά, χωρίς να επικυρώνεται από το Κογκρέσο, λόγω της εισβολής της ΕΣΣΔ στο Αφγανιστάν. Τελικά, τη SALT II διαδέχθηκε η πρώτη συμφωνία START, η START I.
Επιθεωρήσεις επιτόπου, ανταλλαγή τηλεμετρικών δεδομένων και ειδοποιήσεις δοκιμών αποτέλεσαν βασικά εργαλεία εφαρμογής της συνθήκης START I. Ειδικότερα, προβλέπονταν τα εξής για τη Μόσχα και την Ουάσιγκτον:
  • Να μην αναπτύξουν περισσότερες από 1.550 στρατηγικές πυρηνικές κεφαλές και το πολύ 700 πυραύλους και βομβαρδιστικά μακράς εμβέλειας.
  • Περιορισμός των διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων σε 800.
  • Δυνατότητα έως 18 επιθεωρήσεων ετησίως των στρατηγικών πυρηνικών εγκαταστάσεων από την άλλη πλευρά, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η άλλη πλευρά δεν έχει παραβιάσει τα όρια της συνθήκης.
Η συνθήκη επέτρεπε σε κάθε χώρα να στέλνει επιθεωρητές στις πυρηνικές εγκαταστάσεις της άλλης χώρας χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση.

Οι επιθεωρήσεις αυτές ανεστάλησαν τον Μάρτιο του 2020 λόγω της πανδημίας COVID-19. Μετά από αυτό, οι επιθεωρήσεις δεν ξανάρχισαν ποτέ.
Το 2022, η Ρωσία ξεκίνησε τον πόλεμο στην Ουκρανία, που συνεχίζεται εδώ και τέσσερα χρόνια. Στη συνέχεια, το 2023, ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν ανέστειλε τη συμμετοχή της Μόσχας στη νέα συνθήκη START, επικαλούμενος την υποστήριξη της Ουάσινγκτον προς την Ουκρανία κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Αυτό σήμαινε ότι η Ρωσία σταμάτησε να συμμετέχει στις επιθεωρήσεις και να μοιράζεται δεδομένα, αλλά παρέμεινε συμβαλλόμενο μέρος της συνθήκης.
Αυτό έθεσε τέλος στις επιτόπιες επιθεωρήσεις και άφησε τις δύο χώρες να βασίζονται στις δικές τους υπηρεσίες πληροφοριών για να κρίνουν τη συμμόρφωση της άλλης. Παρ' όλα αυτά, καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει ισχυριστεί ότι η άλλη έχει παραβιάσει τα όρια για τις πολεμικές κεφαλές, τα οποία εξακολουθούν να ισχύουν.

Τα πυρηνικά οπλοστάσια ΗΠΑ και Ρωσίας

Σήμερα, ΗΠΑ και Ρωσία εξακολουθούν να κατέχουν τη συντριπτική πλειονότητα των παγκόσμιων πυρηνικών όπλων. Σύμφωνα με ανοιχτές εκτιμήσεις ερευνητικών ινστιτούτων, η Ρωσία διαθέτει περίπου 5.500 πυρηνικές κεφαλές, εκ των οποίων περίπου 1.600 θεωρούνται ανεπτυγμένες σε ICBMs, SLBMs και στρατηγικά βομβαρδιστικά. Οι ΗΠΑ διαθέτουν περίπου 5.200 κεφαλές, με περίπου 1.700 ανεπτυγμένες. Οι υπόλοιπες βρίσκονται σε εφεδρεία ή σε διαδικασία απόσυρσης.

Πέραν των δύο μεγάλων δυνάμεων, η Κίνα διαθέτει περίπου 500 πυρηνικές κεφαλές και επεκτείνει ταχέως τις υποδομές ICBMs (διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων). Η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρούν μικρότερα, σταθερά αποτρεπτικά οπλοστάσια, ενώ η Ινδία, το Πακιστάν, το Ισραήλ και η Βόρεια Κορέα βρίσκονται εκτός οποιουδήποτε δεσμευτικού πλαισίου ελέγχου.

Ποια η συνέχεια - Φόβοι για νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών

Οι υποστηρικτές του ελέγχου των πυρηνικών όπλων έχουν εκφράσει την ανησυχία τους ότι η λήξη της START θα μπορούσε να οδηγήσει στη διάδοση πυρηνικών κεφαλών, ενώ ΗΠΑ και Ρωσία (ή ΕΣΣΔ) μένουν χωρίς κάποιο καθεστώς ελέγχου στα πυρηνικά οπλοστάσια από την εποχή Ρίγκαν, όπως παρατήρησε το Politico.

«Εκτός αν ο Τραμπ και ο Πούτιν καταλήξουν σύντομα σε κάποια συμφωνία, δεν είναι απίθανο η Ρωσία και οι ΗΠΑ να αρχίσουν να τοποθετούν περισσότερες κεφαλές στους πυραύλους τους», δήλωσε ο Ντάριλ Κίμπολ, εκτελεστικός διευθυντής της Arms Control Association, στο Politico, που μετέδωσε πως το Υπουργείο Πολέμου (πρώην Άμυνας) ήδη ετοιμάζεται για ένα μέλλον χωρίς το πλαίσιο της START.

Εν τω μεταξύ, όπως προκύπτει από ανοιχτές πηγές δεδομένων και την ανάλυση του Κέντρου Στρατηγικού και Διεθνών Σπουδών (CSIS), αν πρόκειται για «κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών», οι ΗΠΑ χάνουν και αυτό, γιατί το οπλοστάσιό τους «γερνάει ραγδαία», περιλαμβάνοντας όπλα που είναι πάνω από 50 ετών. Ωστόσο, η Ρωσία έχει ήδη ξεκινήσει μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού, αναπτύσσοντας νέα οπλικά συστήματα, όπως το θαλάσσιο drone Poseidon και υπερηχητικά όπλα, τα οποία δεν θα καλύπτονταν από τα όρια της νέας συνθήκης START.

Παράλληλα, η Ρωσία έχει ήδη χρησιμοποιήσει στον πόλεμο της Ουκρανίας τον πύραυλο Oreshnik, που είναι υπερηχητικός και δυνάμενος να φέρει πυρηνική κεφαλή. Όλα αυτά δημιουργούν τα δικά τους δεδομένα για το μέλλον, που μένει να φανεί αν θα οδηγήσει σε ένα νέο, συμπεφωνημένο πλαίσιο σε σχέση με τα πυρηνικά όπλα.