Στις 10 Φεβρουαρίου 2026, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ένα ευρύ πακέτο αλλαγών στη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το άσυλο, επιδιώκοντας να επιταχύνει τις διαδικασίες εξέτασης των αιτήσεων και να επιτύχει την ομοιομορφία των κανόνων μεταξύ των κρατών μελών. Με ισχυρές πλειοψηφίες στις ψηφοφορίες, οι ευρωβουλευτές υιοθέτησαν τόσο τη δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού καταλόγου ασφαλών χωρών καταγωγής όσο και την αναθεώρηση της έννοιας της «ασφαλούς τρίτης χώρας», διαμορφώνοντας ένα νέο, αυστηρότερο πλαίσιο διαχείρισης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας.

Ενιαίος κατάλογος ασφαλών χωρών καταγωγής


Κεντρικό στοιχείο της μεταρρύθμισης αποτελεί η θέσπιση κοινού ευρωπαικού καταλόγου ασφαλών χωρών καταγωγής. Στον αρχικό κατάλογο περιλαμβάνονται χώρες όπως το Μπαγκλαντές, η Κολομβία, η Αίγυπτος, το Κόσοβο, η Ινδία, το Μαρόκο και η Τυνησία. Για τους υπηκόους αυτών των χωρών οι αιτήσεις ασύλου θα εξετάζονται με ταχεία διαδικασία, καθώς κατά κανόνα δεν υφίσταται γενικευμένος κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά πολιτών στις συγκεκριμένες χώρες. Το τεκμήριο αυτό δεν είναι απόλυτο, καθώς κάθε αιτών ασύλου διατηρεί το δικαίωμα να αποδείξει ότι στη δική του περίπτωση συντρέχουν ειδικοί λόγοι που δικαιολογούν την παροχή διεθνούς προστασίας. Το βάρος της απόδειξης μετατοπίζεται ουσιαστικά στον αιτούντα, γεγονός που αναμένεται να περιορίσει τις αβάσιμες αιτήσεις και να επιταχύνει την έκδοση αποφάσεων.

Παράλληλα, οι υποψήφιες προς ένταξη χώρες στην ΕΕ θα θεωρούνται επίσης ασφαλείς χώρες καταγωγής, εκτός εάν υφίστανται εξαιρετικές περιστάσεις, όπως αδιάκριτη βία λόγω ένοπλης σύρραξης ή σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα έχει την ευθύνη της διαρκούς παρακολούθησης της κατάστασης και θα μπορεί να εισηγείται την προσωρινή αναστολή ή και την οριστική διαγραφή μιας χώρας από τον κατάλογο εφόσον μεταβληθούν οι συνθήκες. Τα κράτη μέλη διατηρούν επίσης τη δυνατότητα να προσθέτουν επιπλέον ασφαλείς χώρες σε εθνικό επίπεδο.

Ασφαλής τρίτη χώρα και οι επιπτώσεις για την Ελλάδα


Η δεύτερη βασική αλλαγή αφορά την εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς τρίτης χώρας. Τα κράτη μέλη θα μπορούν να απορρίπτουν ως απαράδεκτη μια αίτηση ασύλου όταν ο αιτών μπορεί να μεταφερθεί σε τρίτη χώρα που θεωρείται ασφαλής, εφόσον υπάρχει ουσιαστική σύνδεση με τη χώρα αυτή, προηγούμενη διέλευση με δυνατότητα αίτησης προστασίας ή σχετική συμφωνία επανεισδοχής σε διμερές ή ενωσιακό επίπεδο. Οι συμφωνίες αυτές θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η τρίτη χώρα εξετάζει επί της ουσίας τις αιτήσεις και παρέχει αποτελεσματική προστασία, ενώ εξαιρούνται οι ασυνόδευτοι ανήλικοι.

Για την Ελλάδα, οι αλλαγές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία λόγω της γεωγραφικής της θέσης ως χώρα πρώτης γραμμής στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ. Η δυνατότητα της ταχύτερης απόρριψης των αιτήσεων από υπηκόους χωρών που περιλαμβάνονται στον ευρωπαϊκό κατάλογο αναμένεται να επιταχύνει τις διαδικασίες στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και στις δομές πρώτης υποδοχής, μειώνοντας τον χρόνο παραμονής των αιτούντων σε εκκρεμότητα.
Παράλληλα, η ενίσχυση του πλαισίου για την ασφαλή τρίτη χώρα μπορεί να επηρεάσει άμεσα τη διαχείριση των ροών μέσω χωρών διέλευσης, εφόσον υπάρξουν ή ενεργοποιηθούν σχετικές συμφωνίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτό ενδέχεται να δώσει στην Ελλάδα πρόσθετα νομικά εργαλεία για την αντιμετώπιση αιτήσεων που κρίνεται ότι θα μπορούσαν να εξεταστούν εκτός ΕΕ, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζονται οι εγγυήσεις προστασίας.

Συνολικά, το νέο πλαίσιο φιλοδοξεί να συνδυάσει την προστασία του δικαιώματος στο άσυλο με αυστηρότερες και ταχύτερες διαδικασίες. Για την Ελλάδα, η επιτυχία του θα εξαρτηθεί από την πρακτική εφαρμογή των κανόνων, τη συνεργασία με τρίτες χώρες και τη διασφάλιση ότι η επιτάχυνση των διαδικασιών δεν θα υπονομεύσει τις θεμελιώδεις εγγυήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.