Τούρκος δημοσιογράφος της γερμανικής δημόσιας ραδιοτηλεόρασης Deutsche Welle (DW) συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση στην Άγκυρα την Πέμπτη, καθώς αντιμετωπίζει κατηγορίες για «διασπορά ψευδών ειδήσεων» και «προσβολή του προέδρου», όπως ανακοίνωσε η εισαγγελία Κωνσταντινούπολης. Σε σχετική ανακοίνωση, η εισαγγελία γνωστοποίησε ότι διενεργεί «έρευνα για προσβολή του προέδρου της Δημοκρατίας και διάδοση παραπλανητικών πληροφοριών μέσω διαδικτύου» εις βάρος του Alican Uludağ, ο οποίος συνελήφθη στην τουρκική πρωτεύουσα.

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, αφορμή για την έρευνα αποτέλεσαν αναρτήσεις του δημοσιογράφου στον προσωπικό του λογαριασμό στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X (@alicanuludag).


Ωστόσο, σύμφωνα με δικηγόρο ο οποίος τον εκπροσωπεί και με τον οποίο επικοινώνησε το Γαλλικό Πρακτορείο χθες βράδυ, ο κ. Ουλουντά αντιμετωπίζει κατηγορίες για άρθρο του που αναρτήθηκε στον ιστότοπο της DW και αφορά τον επαναπατρισμό Τούρκων πολιτών που φέρονται να πολέμησαν στις τάξεις της τζιχαντιστικής οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος. «Ο Αλιτζάν Ουλουντά συνελήφθη (…) εξαιτίας άρθρου του με τίτλο "Η Τουρκία ετοιμάζεται να επαναπατρίσει Τούρκους πολίτες που ανήκουν (στην οργάνωση) Ισλαμικό Κράτος"», είπε ο Τόρα Πέκιν, δικηγόρος της DW Türkçe.

Σύμφωνα με τη Deutsche Welle, με την οποία επικοινώνησε χθες βράδυ το Γαλλικό Πρακτορείο, οι κατηγορίες αφορούν «μήνυμα μέσω X πριν από περίπου ενάμισι χρόνο», στο οποίο ο Αλιτζάν Ουλουντά «επέκρινε μέτρα που έλαβε η τουρκική κυβέρνηση και πιθανόν είχαν οδηγήσει στην απελευθέρωση τρομοκρατών του ΙΚ», και «κατηγόρησε την κυβέρνηση για διαφθορά».


Τουρκία: Ο δημοσιογράφος συνελήφθη "μπροστά στα μάτια μελών της οικογένειάς του" από "όχι λιγότερους από τριάντα αστυνομικούς", σύμφωνα με τη DW

Πάντα σύμφωνα με τη DW, ο δημοσιογράφος «συνελήφθη» και μάλιστα «μπροστά στα μάτια μελών της οικογένειάς του» από όχι λιγότερους από «τριάντα αστυνομικούς», ενώ «το σπίτι του ερευνήθηκε» και «υλικό πληροφορικής κατασχέθηκε». Κατά τον κ. Πέκιν, ο δημοσιογράφος μεταγόταν χθες βράδυ από την Άγκυρα στην Κωνσταντινούπολη. Θα οδηγηθεί ενώπιον της εισαγγελίας σήμερα, κατά την ανακοίνωσή της.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της DW, η γενική διευθύντρια του γερμανικού ομίλου, η Μπάρμπαρα Μάσινγκ, χαρακτήρισε τις κατηγορίες σε βάρος του δημοσιογράφου «ανυπόστατες» κι απαίτησε να «αφεθεί ελεύθερος αμέσως».

Μετά τις επιχειρήσεις του στρατού της de facto κυβέρνησης της Συρίας στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας τον περασμένο μήνα, με σκοπό να ανακτηθεί ο έλεγχος της Δαμασκού σε εδάφη ελεγχόμενα από τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (ΣΔΔ), κυρίαρχη συνιστώσα των οποίων είναι οι Κούρδοι, χιλιάδες φερόμενοι ως τζιχαντιστές και συγγενείς τους, που κρατούνταν ως τότε σε καταυλισμούς, μεταφέρθηκαν στο Ιράκ.

Το μεικτό διοικητήριο των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων που είναι αρμόδιο για την περιοχή της Μέσης Ανατολής (CENTCOM, «κεντρική διοίκηση») ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα ότι από την 21η Ιανουαρίου μετέφερε «πάνω από 5.700 ενήλικους άνδρες» σε ιρακινές φυλακές. Οι ΗΠΑ είχαν κάνει γνωστό προηγουμένως ότι λογάριαζαν να μεταφέρουν κάπου 7.000 κρατούμενους κι είχαν καλέσει ενδιαφερόμενες χώρες να παραλάβουν υπηκόους τους ανάμεσά τους.

Οι τουρκικές αρχές, που ερωτήθηκαν επανειλημμένα σχετικά από τον Τύπο, συμπεριλαμβανομένου του AFP, αρνήθηκαν να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν αν συγκαταλέγονταν τούρκοι υπήκοοι στους κρατούμενους κι αν επαναπατρίστηκαν στην Τουρκία. Για τον αντιπρόσωπο της μη κυβερνητικής οργάνωσης Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (Reporters sans frontières, RSF), «η σύλληψη του Αλιτζάν Ουλουντά εγγράφεται σε διαδικασία δικαστικού διωγμού σε βάρος σοβαρών δημοσιογράφων».

Σε ανακοίνωσή του που έλαβε το Γαλλικό Πρακτορείο, ο Ερόλ Εντέρογλου κατήγγειλε τις «ακατάπαυστες αυθαίρετες πρακτικές που βάζουν στο στόχαστρο (…) δημοσιογράφο ο οποίος ενόχλησε την εξουσία εξαιτίας των ερευνών του».

«Όταν μεταχειρίζονται δημοσιογράφο σαν εγκληματία του κοινού ποινικού δικαίου, τον συλλαμβάνουν τριάντα αστυνομικοί και μεταγάγεται αμέσως στην Κωνσταντινούπολη, αποκαλύπτεται στοχευμένος εκφοβισμός κι επιδεικνύεται σε ποιο βαθμό η κυβέρνηση καταστέλλει σκληρά την ελευθερία του Τύπου», πλειοδότησε η Μπάρμπαρα Μάσινγκ.