Οργή Τραμπ με το Ανώτατο Δικαστήριο: "Ντροπή η απόφαση για τους δασμούς"
Η πρώτη αντίδραση
Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Τραμπ παραβίασε την ομοσπονδιακή νομοθεσία επιβάλλοντας μονομερώς εκτεταμένους δασμούς σε παγκόσμιο επίπεδο
O Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, οργισμένος με το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, χαρακτήρισε «ντροπή» την απόφαση του Σώματος να ακυρώσει τους δασμούς του, κατά τη διάρκεια πρωινού που παρέθεσε στον Λευκό Οίκο για τους κυβερνήτες, σύμφωνα με το CNN, το οποίο επικαλείται δύο πρόσωπα με γνώση των δηλώσεών του.
Διαβάστε: Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ακυρώνει τους δασμούς Τραμπ - "Ο πρόεδρος δεν έχει δικαίωμα να τους επιβάλλει"
Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Τραμπ παραβίασε την ομοσπονδιακή νομοθεσία επιβάλλοντας μονομερώς εκτεταμένους δασμούς σε παγκόσμιο επίπεδο. Η απόφαση συνιστά μια ηχηρή ήττα για τον Λευκό Οίκο σ' ένα θέμα που βρίσκεται στον πυρήνα της εξωτερικής και οικονομικής του πολιτικής.
Η απόφαση εκτιμάται ως πιθανότατα η πιο σημαντική δικαστική ήττα της δεύτερης θητείας Τραμπ ενώπιον του συντηρητικού Ανώτατου Δικαστηρίου, το οποίο την περασμένη χρονιά είχε επανειλημμένα ταχθεί υπέρ του προέδρου σε σειρά προσφυγών που αφορούσαν τη μεταναστευτική πολιτική, την αποπομπή επικεφαλής ανεξάρτητων Αρχών και τις εκτεταμένες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες.
Υπενθυμίζεται ότι στην Ελλάδα, όπως και σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είχαν επιβληθεί δασμοί της τάξης του 20%.
Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε πως ο Ντόναλντ Τραμπ υπερέβη τις εξουσίες του επιβάλλοντας δασμούς σε πολλά προϊόντα που εισέρχονται στις ΗΠΑ, καταφέροντας ένα σοβαρό πλήγμα στον Αμερικανό πρόεδρο σε ένα κεντρικό στοιχείο του οικονομικού προγράμματός του. Ντροπή χαρακτήρισε ο Τραμπ την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου για τους δασμούς.
Βάσει της απόφασης που εκδόθηκε σήμερα από μια πλειοψηφία έξι δικαστών υπέρ έναντι τριών κατά, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν μπορεί να δικαιολογήσει αυτούς τους δασμούς λόγω μιας οικονομικής έκτακτης ανάγκης.
Η απόφαση αφορά τους δασμούς που παρουσιάστηκαν ως «ανταποδοτικοί» από την αμερικανική κυβέρνηση, όχι όμως εκείνους που εφαρμόζονται σε συγκεκριμένους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία ή ο χάλυβας και το αλουμίνιο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να επιβάλει αυτούς τους τελωνειακούς δασμούς βασιζόμενος σε ένα κείμενο του 1977, που επιτρέπει θεωρητικά στην αμερικανική διοίκηση να δράσει στον οικονομικό τομέα, χωρίς προηγουμένως να έχει πάρει το πράσινο φως από το Κογκρέσο, από τη στιγμή που αναγνωρίζεται μια «οικονομική έκτακτη ανάγκη».
Όμως, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου Τζον Ρόμπερτς, ο πρόεδρος των ΗΠΑ πρέπει «να έχει σαφή εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο» προκειμένου να επιβάλει δασμούς.
Το γεγονός πως το κείμενο του νόμου στον οποίο βασίζεται ο Λευκός Οίκος «του δίνει την εξουσία για να "ρυθμίσει τις εισαγωγές", είναι ανεπαρκές», δεδομένου ότι «δεν εμπεριέχει καμία αναφορά στους δασμούς».
Αυτός ο νόμος «δεν επιτρέπει ο πρόεδρος να επιβάλλει δασμούς», επιμένει ο δικαστής Ρόμπερτς στο κείμενο της απόφασης.
Αυτοί οι δασμοί είχαν ανακοινωθεί τον Απρίλιο, με την παρουσίαση ενός πίνακα που παρουσίαζε τα διαφορετικά ποσοστά που θα εφαρμόζονται, ανάλογα με την προέλευση των προϊόντων.
Στόχευαν θεωρητικά τις χώρες με τις οποίες οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν ένα εμπορικό έλλειμμα κατά την ανταλλαγή προϊόντων, με τον Αμερικανό πρόεδρο να τους βλέπει ως ένα εργαλείο για το εξισορροπήσει.
Ο Ντόναλντ Τραμπ στόχευε επίσης να εξασφαλίσει επιπλέον πόρους στο ομοσπονδιακό κράτος για να αντισταθμίσει τις περικοπές φόρων.
Ωστόσο, ο Ρεπουμπλικανός εν μέρει υποχώρησε προσθέτοντας εξαιρέσεις για ορισμένα προϊόντα, ιδίως για εκείνα που δεν μπορούν να παρασκευαστούν ή να καλλιεργηθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αυτοί οι δασμοί χρησίμευσαν επίσης ως βάση για διαπραγματεύσεις που οδήγησαν σε μια σειρά εμπορικών συμφωνιών με βασικούς εταίρους των ΗΠΑ, αρχής γενομένης από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), την Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Αυτές οι συμφωνίες ορίζουν πλέον, ανάλογα με την περίπτωση, δασμούς μεταξύ 10% και 15% το ανώτερο σε προϊόντα από τις χώρες που τις έχουν υπογράψει.
Τις τελευταίες ημέρες η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε νέες συμφωνίες με αρκετές χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, όπως το Βιετνάμ και η Ινδονησία, οι ηγέτες των οποίων βρέθηκαν στην Ουάσινγκτον αυτή την εβδομάδα για να παραστούν στην πρώτη συνεδρίαση του «Συμβουλίου Ειρήνης» που συγκρότησε ο Ντόναλντ Τραμπ.
Διαβάστε: Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ακυρώνει τους δασμούς Τραμπ - "Ο πρόεδρος δεν έχει δικαίωμα να τους επιβάλλει"
Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Τραμπ παραβίασε την ομοσπονδιακή νομοθεσία επιβάλλοντας μονομερώς εκτεταμένους δασμούς σε παγκόσμιο επίπεδο. Η απόφαση συνιστά μια ηχηρή ήττα για τον Λευκό Οίκο σ' ένα θέμα που βρίσκεται στον πυρήνα της εξωτερικής και οικονομικής του πολιτικής.
Δασμοί & Τραμπ: Η πιο σημαντική δικαστική ήττα της δεύτερης θητείας του
Σύμφωνα με μία από αυτές τις πηγές, ο πρόεδρος ανέφερε στους παρευρισκόμενους ότι διαθέτει ήδη ένα εναλλακτικό σχέδιο.Η απόφαση εκτιμάται ως πιθανότατα η πιο σημαντική δικαστική ήττα της δεύτερης θητείας Τραμπ ενώπιον του συντηρητικού Ανώτατου Δικαστηρίου, το οποίο την περασμένη χρονιά είχε επανειλημμένα ταχθεί υπέρ του προέδρου σε σειρά προσφυγών που αφορούσαν τη μεταναστευτική πολιτική, την αποπομπή επικεφαλής ανεξάρτητων Αρχών και τις εκτεταμένες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες.
Υπενθυμίζεται ότι στην Ελλάδα, όπως και σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είχαν επιβληθεί δασμοί της τάξης του 20%.
BREAKING: The Supreme Court blocked President Trump from using emergency powers to impose sweeping tariffs on most U.S. trading partners, dealing a major setback to one of his signature economic policies. pic.twitter.com/sXkTbUEWaI
— Fox News (@FoxNews) February 20, 2026
Το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει παράνομο ένα μεγάλο μέρος δασμών του Τραμπ
Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε πως ο Ντόναλντ Τραμπ υπερέβη τις εξουσίες του επιβάλλοντας δασμούς σε πολλά προϊόντα που εισέρχονται στις ΗΠΑ, καταφέροντας ένα σοβαρό πλήγμα στον Αμερικανό πρόεδρο σε ένα κεντρικό στοιχείο του οικονομικού προγράμματός του. Ντροπή χαρακτήρισε ο Τραμπ την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου για τους δασμούς.Βάσει της απόφασης που εκδόθηκε σήμερα από μια πλειοψηφία έξι δικαστών υπέρ έναντι τριών κατά, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν μπορεί να δικαιολογήσει αυτούς τους δασμούς λόγω μιας οικονομικής έκτακτης ανάγκης.
Η απόφαση αφορά τους δασμούς που παρουσιάστηκαν ως «ανταποδοτικοί» από την αμερικανική κυβέρνηση, όχι όμως εκείνους που εφαρμόζονται σε συγκεκριμένους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία ή ο χάλυβας και το αλουμίνιο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να επιβάλει αυτούς τους τελωνειακούς δασμούς βασιζόμενος σε ένα κείμενο του 1977, που επιτρέπει θεωρητικά στην αμερικανική διοίκηση να δράσει στον οικονομικό τομέα, χωρίς προηγουμένως να έχει πάρει το πράσινο φως από το Κογκρέσο, από τη στιγμή που αναγνωρίζεται μια «οικονομική έκτακτη ανάγκη».
Όμως, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου Τζον Ρόμπερτς, ο πρόεδρος των ΗΠΑ πρέπει «να έχει σαφή εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο» προκειμένου να επιβάλει δασμούς.
Το γεγονός πως το κείμενο του νόμου στον οποίο βασίζεται ο Λευκός Οίκος «του δίνει την εξουσία για να "ρυθμίσει τις εισαγωγές", είναι ανεπαρκές», δεδομένου ότι «δεν εμπεριέχει καμία αναφορά στους δασμούς».
Αυτός ο νόμος «δεν επιτρέπει ο πρόεδρος να επιβάλλει δασμούς», επιμένει ο δικαστής Ρόμπερτς στο κείμενο της απόφασης.
Αυτοί οι δασμοί είχαν ανακοινωθεί τον Απρίλιο, με την παρουσίαση ενός πίνακα που παρουσίαζε τα διαφορετικά ποσοστά που θα εφαρμόζονται, ανάλογα με την προέλευση των προϊόντων.
Στόχευαν θεωρητικά τις χώρες με τις οποίες οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν ένα εμπορικό έλλειμμα κατά την ανταλλαγή προϊόντων, με τον Αμερικανό πρόεδρο να τους βλέπει ως ένα εργαλείο για το εξισορροπήσει.
Ο Ντόναλντ Τραμπ στόχευε επίσης να εξασφαλίσει επιπλέον πόρους στο ομοσπονδιακό κράτος για να αντισταθμίσει τις περικοπές φόρων.
Ωστόσο, ο Ρεπουμπλικανός εν μέρει υποχώρησε προσθέτοντας εξαιρέσεις για ορισμένα προϊόντα, ιδίως για εκείνα που δεν μπορούν να παρασκευαστούν ή να καλλιεργηθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αυτοί οι δασμοί χρησίμευσαν επίσης ως βάση για διαπραγματεύσεις που οδήγησαν σε μια σειρά εμπορικών συμφωνιών με βασικούς εταίρους των ΗΠΑ, αρχής γενομένης από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), την Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Αυτές οι συμφωνίες ορίζουν πλέον, ανάλογα με την περίπτωση, δασμούς μεταξύ 10% και 15% το ανώτερο σε προϊόντα από τις χώρες που τις έχουν υπογράψει.
Τις τελευταίες ημέρες η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε νέες συμφωνίες με αρκετές χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, όπως το Βιετνάμ και η Ινδονησία, οι ηγέτες των οποίων βρέθηκαν στην Ουάσινγκτον αυτή την εβδομάδα για να παραστούν στην πρώτη συνεδρίαση του «Συμβουλίου Ειρήνης» που συγκρότησε ο Ντόναλντ Τραμπ.
En