Sven Simon: Ενα συνταγματικό σημείο καμπής για την Ευρώπη
Η σταθερότητα υπήρξε το μεγάλο επίτευγμα του Μάαστριχτ
Τριάντα πέντε χρόνια μετά τη Συνθήκη που θεμελίωσε την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, η Ένωση καλείται να ενισχύσει τη δημοκρατική της ανταπόκριση, την πολιτική της ευελιξία και την ικανότητα στρατηγικής δράσης σε έναν κόσμο αυξανόμενων γεωπολιτικών πιέσεων.
Με αφορμή τη συμπλήρωση 34 ετών από την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ, στις 8 Φεβρουαρίου 1992, ο γερμανός ευρωβουλευτή Sven Simon, μέλος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ), καταθέτει στα "ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ" και στην ενότητα "Η Ευρώπη Μας" τις απόψεις του για τη σημασία και την κληρονομιά του Μάαστριχτ στη σημερινή Ευρώπη.
Οταν η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ενωση τέθηκε σε ισχύ το 1993, η Ευρώπη βρισκόταν σε μια στιγμή σπάνιας ιστορικής αισιοδοξίας. Ο Ψυχρός Πόλεμος είχε λήξει, το Σιδηρούν Παραπέτασμα είχε καταρρεύσει και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση φαινόταν ως η φυσική και αναπόφευκτη πορεία προς τα εμπρός. Το Μάαστριχτ μετέφρασε αυτήν την αισιοδοξία σε συνταγματική μορφή. Εθεσε τα θεμέλια για το ευρώ, ενίσχυσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και καθιέρωσε την ιθαγένεια της Ενωσης. Η κυριαρχία δεν ασκούνταν
πλέον αποκλειστικά και χωριστά από τα κράτη, αλλά από κοινού, μέσα σε ένα δομημένο θεσμικό πλαίσιο. Ηταν μια τολμηρή πράξη πολιτικής φαντασίας.
Περισσότερες από τρεις δεκαετίες αργότερα, ο κόσμος που περιβάλλει την Ευρώπη είναι αισθητά διαφορετικός. Ο πόλεμος έχει επιστρέψει στη γειτονιά της. Η άνοδος της Κίνας μεταβάλλει την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων. Η διατλαντική εταιρική σχέση, που άλλοτε αποτελούσε σταθερή άγκυρα, δεν προσφέρει πλέον την ίδια βεβαιότητα. Ταυτόχρονα, η παράτυπη μετανάστευση και ο φόβος της αποβιομηχάνισης βαραίνουν τον πολιτικό διάλογο. Τα ερωτήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ενωση δεν αφορούν πλέον την ειρηνική εδραίωση, αλλά την ανθεκτικότητα και τον στρατηγικό της προσανατολισμό.
Μία από τις βασικές προκλήσεις της Ευρώπης σήμερα δεν είναι η θεσμική κατάρρευση, αλλά η αντιλαμβανόμενη έλλειψη δημοκρατικής ανταπόκρισης και ικανότητας δράσης. Η Ενωση έχει καταστεί ιδιαίτερα θεσμοθετημένη και νομικά σύνθετη. Ωστόσο, πολλοί πολίτες αισθάνονται ολοένα και πιο απομακρυσμένοι από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Σε ολόκληρη την ήπειρο παρατηρείται άνοδος του ευρωσκεπτικισμού και αυξανόμενη δυσαρέσκεια ως προς την προσαρμοστικότητα του δημοκρατικού συστήματος. Οι πολίτες έχουν την αίσθηση ότι οι εκλογές αλλάζουν κυβερνήσεις, αλλά σπάνια αλλάζουν την πολιτική κατεύθυνση. Οι πολιτικές μοιάζουν προκαθορισμένες από πολύπλοκες διαδικασίες, νομικούς περιορισμούς ή αριθμητικούς συσχετισμούς συνασπισμών. Οταν οι ψηφοφόροι δεν πιστεύουν πλέον ότι η επιλογή τους μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τα αποτελέσματα, η εμπιστοσύνη διαβρώνεται σταδιακά.
Εάν η Ευρώπη επιθυμεί να διατηρήσει την αξιοπιστία της, οφείλει να ενισχύσει την ικανότητά της για δράση. Μία απάντηση θα μπορούσε να είναι η πιο ανοιχτή αποδοχή της διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης. Η ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης δείχνει ότι τα μεγάλα βήματα προόδου -από τη Ζώνη Σένγκεν έως το ευρώ- δεν ξεκίνησαν με ομοφωνία. Οι «συμμαχίες των προθύμων» μπορούν να αποτελέσουν μια πρακτική απάντηση στη συχνή παράλυση της Ενωσης, ιδίως στους τομείς της μετανάστευσης και της άμυνας. Η δυνατότητα ομάδων κρατών-μελών να προχωρούν όταν δεν υπάρχει κοινό έδαφος μεταξύ και των είκοσι επτά μπορεί να αποκαταστήσει τη δυναμική και την εμπιστοσύνη, χωρίς να υπονομεύει τη συνολική ενότητα.
Η θεσμική εξέλιξη πρέπει να ακολουθεί την πολιτική πραγματικότητα. Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα οφείλουν να συνεχίσουν να εξελίσσονται. Ενα κεντρικό βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η απονομή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πλήρους δικαιώματος νομοθετικής πρωτοβουλίας, όχι τόσο για τη δημιουργία νέου Δικαίου όσο για την τροποποίηση -ή, όπου κρίνεται σκόπιμο, την κατάργηση- της υφιστάμενης ενωσιακής νομοθεσίας. Το επόμενο έτος συμπληρώνονται 35 χρόνια από το Μάαστριχτ. Αυτή η επέτειος δεν θα πρέπει να
έχει μόνο εορταστικό χαρακτήρα. Θα πρέπει να αποτελέσει αφορμή για προβληματισμό σχετικά με το κατά πόσον η συνταγματική τάξη της Ευρώπης παραμένει ικανή να μεταφράζει τη δημοκρατική βούληση σε αποτελεσματική δράση. Η σταθερότητα υπήρξε το μεγάλο επίτευγμα του Μάαστριχτ. Η ανανεωμένη πολιτική ζωτικότητα πρέπει πλέον να αποτελέσει την κληρονομιά του.
Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα "ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ"
Οταν η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ενωση τέθηκε σε ισχύ το 1993, η Ευρώπη βρισκόταν σε μια στιγμή σπάνιας ιστορικής αισιοδοξίας. Ο Ψυχρός Πόλεμος είχε λήξει, το Σιδηρούν Παραπέτασμα είχε καταρρεύσει και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση φαινόταν ως η φυσική και αναπόφευκτη πορεία προς τα εμπρός. Το Μάαστριχτ μετέφρασε αυτήν την αισιοδοξία σε συνταγματική μορφή. Εθεσε τα θεμέλια για το ευρώ, ενίσχυσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και καθιέρωσε την ιθαγένεια της Ενωσης. Η κυριαρχία δεν ασκούνταν
πλέον αποκλειστικά και χωριστά από τα κράτη, αλλά από κοινού, μέσα σε ένα δομημένο θεσμικό πλαίσιο. Ηταν μια τολμηρή πράξη πολιτικής φαντασίας.
Περισσότερες από τρεις δεκαετίες αργότερα, ο κόσμος που περιβάλλει την Ευρώπη είναι αισθητά διαφορετικός. Ο πόλεμος έχει επιστρέψει στη γειτονιά της. Η άνοδος της Κίνας μεταβάλλει την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων. Η διατλαντική εταιρική σχέση, που άλλοτε αποτελούσε σταθερή άγκυρα, δεν προσφέρει πλέον την ίδια βεβαιότητα. Ταυτόχρονα, η παράτυπη μετανάστευση και ο φόβος της αποβιομηχάνισης βαραίνουν τον πολιτικό διάλογο. Τα ερωτήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ενωση δεν αφορούν πλέον την ειρηνική εδραίωση, αλλά την ανθεκτικότητα και τον στρατηγικό της προσανατολισμό.
Μία από τις βασικές προκλήσεις της Ευρώπης σήμερα δεν είναι η θεσμική κατάρρευση, αλλά η αντιλαμβανόμενη έλλειψη δημοκρατικής ανταπόκρισης και ικανότητας δράσης. Η Ενωση έχει καταστεί ιδιαίτερα θεσμοθετημένη και νομικά σύνθετη. Ωστόσο, πολλοί πολίτες αισθάνονται ολοένα και πιο απομακρυσμένοι από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Σε ολόκληρη την ήπειρο παρατηρείται άνοδος του ευρωσκεπτικισμού και αυξανόμενη δυσαρέσκεια ως προς την προσαρμοστικότητα του δημοκρατικού συστήματος. Οι πολίτες έχουν την αίσθηση ότι οι εκλογές αλλάζουν κυβερνήσεις, αλλά σπάνια αλλάζουν την πολιτική κατεύθυνση. Οι πολιτικές μοιάζουν προκαθορισμένες από πολύπλοκες διαδικασίες, νομικούς περιορισμούς ή αριθμητικούς συσχετισμούς συνασπισμών. Οταν οι ψηφοφόροι δεν πιστεύουν πλέον ότι η επιλογή τους μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τα αποτελέσματα, η εμπιστοσύνη διαβρώνεται σταδιακά.
Εάν η Ευρώπη επιθυμεί να διατηρήσει την αξιοπιστία της, οφείλει να ενισχύσει την ικανότητά της για δράση. Μία απάντηση θα μπορούσε να είναι η πιο ανοιχτή αποδοχή της διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης. Η ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης δείχνει ότι τα μεγάλα βήματα προόδου -από τη Ζώνη Σένγκεν έως το ευρώ- δεν ξεκίνησαν με ομοφωνία. Οι «συμμαχίες των προθύμων» μπορούν να αποτελέσουν μια πρακτική απάντηση στη συχνή παράλυση της Ενωσης, ιδίως στους τομείς της μετανάστευσης και της άμυνας. Η δυνατότητα ομάδων κρατών-μελών να προχωρούν όταν δεν υπάρχει κοινό έδαφος μεταξύ και των είκοσι επτά μπορεί να αποκαταστήσει τη δυναμική και την εμπιστοσύνη, χωρίς να υπονομεύει τη συνολική ενότητα.
Η θεσμική εξέλιξη πρέπει να ακολουθεί την πολιτική πραγματικότητα. Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα οφείλουν να συνεχίσουν να εξελίσσονται. Ενα κεντρικό βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η απονομή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πλήρους δικαιώματος νομοθετικής πρωτοβουλίας, όχι τόσο για τη δημιουργία νέου Δικαίου όσο για την τροποποίηση -ή, όπου κρίνεται σκόπιμο, την κατάργηση- της υφιστάμενης ενωσιακής νομοθεσίας. Το επόμενο έτος συμπληρώνονται 35 χρόνια από το Μάαστριχτ. Αυτή η επέτειος δεν θα πρέπει να
έχει μόνο εορταστικό χαρακτήρα. Θα πρέπει να αποτελέσει αφορμή για προβληματισμό σχετικά με το κατά πόσον η συνταγματική τάξη της Ευρώπης παραμένει ικανή να μεταφράζει τη δημοκρατική βούληση σε αποτελεσματική δράση. Η σταθερότητα υπήρξε το μεγάλο επίτευγμα του Μάαστριχτ. Η ανανεωμένη πολιτική ζωτικότητα πρέπει πλέον να αποτελέσει την κληρονομιά του.
Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα "ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ"
En