Υπόθεση Έπσταϊν, "Financial Times": Η Deutsche Bank δεν θεωρούσε ύποπτα τα εμβάσματα προς μοντέλα από τη Ρωσία - Μετέφερε 180 εκατ. στην τράπεζα ενώ εξεταζόταν για σεξουαλικά εγκλήματα (Εικόνα)
"Σύμμαχος" του χρηματιστή η τράπεζα
Ο τρόπος που η Deutsche Bank συμμάχησε με τον Τζέφρι Έπσταϊν μέχρι την καταδίκη του απασχόλησε τους "Financial Times", καθώς έγγραφα είναι δηλωτικά της συναίνεσης της τράπεζας στις δραστηριότητες του χρηματιστή
Αφού για την Deutsche Bank δεν είχε αποδειχθεί κάτι σε ό,τι αφορά τα σεξουαλικά εγκλήματα του Τζέφρι Έπσταϊν για... δεύτερη φορά, για υπόθεση που άνοιξε κατά το 2006, ήταν απολύτως φυσιολογικό να ανοίξει την αγκάλη της στα 180.000.000 δολάρια που μετέφερε ο χρηματιστής το καλοκαίρι του 2013. Ο Αμερικανός, τότε 60 χρόνων, είχε ήδη καταδικαστεί για trafficking κοριτσιού κάτω από τα 18, είχε ήδη ποινή φυλάκισης στο αμαρτωλό σβέρκο του, αλλά πέντε χρόνια μετά το έγκλημα για τους τραπεζίτες είχε καθ' ολοκληρία παραγραφεί. Επί εξαετία και μέχρι τη σύλληψή του, το 2019, τα στελέχη της Deutsche Bank σφύριζαν ανέμελα και έπασχαν από... πρεσβυωπία ενώσο ο Έπσταϊν μετέφερε εμβάσματα στη Ρωσία για μοντέλα, κινήσεις που περνούσαν αφού, όπως αναφέρθηκε σε μία από τις περιπτώσεις, τον Μάρτιο του 2017, «αυτού του είδους η δραστηριότητα είναι συνηθισμένη για τον συγκεκριμένο πελάτη και δεν θεωρείται ύποπτη». Το ρεπορτάζ των «Financial Times» αναδείχνει ότι την τράπεζα ουδόλως ενδιέφερε αν ο βίος του, είτε σχετιζόταν είτε όχι με χρήμα του που εκείνη διαχειριζόταν, ήταν έντιμος.
Υπόθεση Έπσταϊν: "Συγχαρητήρια για τη χρηματοδότηση"
Οι «Financial Times» σταχυολόγησαν από τα 3,5 εκατομμύρια έγγραφα που έδωσε στη δημοσιότητα το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ αυτά που «δείχνουν» τη συνεργασία των δύο πλευρών. Η γερμανική τράπεζα και ο αποθανών είχαν ανταλλάξει δεκάδες χιλιάδες mail, με βάση το ρεπορτάζ. Αναφέρεται, δε, πως η Deutsche Bank άνοιξε το κόκκινο χαλί στον Τζέφρι Έπσταϊν και το ρεπορτάζ καθίσταται δηλωτικό της προνομιακής συμπεριφοράς που λάμβανε ο χρηματιστής από το 2013, όταν, δηλαδή, η συνεργασία του με την JP Morgan τελεύτησε. Σύμφωνα με την οικονομική εφημερίδα, ο τραπεζίτης Πολ Μόρις, ο οποίος πήρε μεταγραφή στην τράπεζα, ήταν ο πολιορκητικός κριός που γύρευε ο χρηματιστής. Τον Αύγουστο του 2013 ο Έπσταϊν του έγραψε: «Θα μεταφέρω όλους τους λογαριασμούς μου σε εσένα και στη Deutsche Bank». Η απάντηση του Μόρις ήταν: «Τζέφρι, εξαιρετικά! Εκτιμώ την πίστη και την εμπιστοσύνη σου». Η τράπεζα έγινε πλουσιότερη τον Οκτώβριο κατά 180 εκατομμύρια δολάρια, περίπου. Η κίνηση χαιρετίστηκε. «Συγχαρητήρια για τη χρηματοδότηση του Έπσταϊν!», αναφερόταν σε εσωτερικό μήνυμα.
Η Deutsche Bank δεν έκανε τον κόπο να ενεργοποιήσει πλήρη διαδικασία αυξημένου ελέγχου φήμης υψηλού κινδύνου. Ο μόνος όρος που είχε τεθεί, ήταν να μη χρειαστεί η τράπεζα να βρεθεί αντιμέτωπη με ζητήματα από τους ελέγχους ταυτοποίησης και πρόληψης ξεπλύματος χρήματος. Αν για τον Έπσταϊν η Deutsche Bank ήταν ένα σπίτι που προσέφερε αμνηστία και τον αντιμετώπιζε επιδείχνοντας μονίμως την κοντή μνήμη της, για την τράπεζα ο χρηματιστής υπήρξε διελκυστίνδα προκειμένου να προσεγγίσει τους ζάπλουτους φίλους του, ων ουκ έστιν, όπως αποδείχνεται των εγγράφων, αριθμός. Μάλιστα, σημειωνόταν το 2014 ότι «διαθέτει πολλές σημαντικές σχέσεις» και πως πρόκειται για «μια πολύ καλή ευκαιρία -ελπίζουμε σε σχέση πρώτης κατηγορίας». Δεν ήταν αβάσιμοι οι πόθοι, παρ' ότι το αποτέλεσμα δεν δικαίωσε τη γουαϊλντική ροπή προς τον πειρασμό. Οι επαφές με τον Λίον Μπλακ, συνιδρυτή της Apollo Global Management, όπως και άλλους σεβάσμιους κροίσους, αλλά και πολιτικούς, δεν προέκυψε κάποια συνεργασία εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων.
Σχεδόν εκατομμύριο για "φερόμενα ξένα μοντέλα"
Φυσικά, το θηλυκό στοιχείο δεν έλειπε και από τις επίσημες οικονομικές διεργασίες του Τζέφρι Έπσταϊν. Σύμφωνα με τα έγγραφα, ο χρηματιστής που πέθανε στη φυλακή -με το αίτιο του θανάτου να μην έχει αποσαφηνιστεί πλήρως, αν και καταγράφηκε ως αυτοκτονία- ξόδεψε περίπου ένα εκατομμύριο δολάρια, για την ακρίβεια 875.000, σε πληρωμές προς «φερόμενα ξένα μοντέλα». Γενικώς, οι ειδοποιήσεις για εμβάσματα προς γυναίκες της Ανατολίας (συγκεκριμένα της ευρωπαϊκής και της Ρωσίας) δεν ήταν άγνωστη στους τραπεζίτες, οι οποίοι κατέστησαν... γαλαζοαίματο τον Έπσταϊν, μια και η αύξηση του ημερήσιου ορίου ανάληψης μετρητών, από 1.000 σε 12.000 δολάρια, ήταν γαργαντουϊκή και ακροβάτησε στο αόρατο σκοινή του σκανδαλώδους. Μάλιστα, ο Έπσταϊν φέρεται να σήκωνε, με βάση την εποπτική αρχή της Νέας Υόρκης, 200.000 δολάρια κατ' έτος. Έτσι, τα στοιχεία αποτελούν αποδείξεις ότι δεν αντιμετωπιζόταν κατά διάνοια ως καταδικασμένος και εν δυνάμει εγκληματίας. Ενώπιον του ζεστού χρήματος, η Deutsche Bank δεν αναγνώριζε οποιονδήποτε κίνδυνο, κάτι που κλήθηκε να αντιμετωπίσει κατόπιν, αν και φέρεται να μην πλήρωσε τις ανάλογες συνέπειες.
Η πρώτη τετραετία ήταν εύκολη, ωστόσο το έτος 2018 ο κλοιός είχε σφίξει ασφυκτικά γύρω από τον Έπσταϊν, ο οποίος, με την ψευδαισθητική δύναμη που νιώθει κάποιος ότι του δίνουν οι πληροφορίες, φέρεται να ανέμενε να την γλιτώσει. Παρά αυτό, υπήρξε αίτημα να δημιουργηθεί trust με την ονομασία Caterpillar Trust. Σε αλληλογραφία με θέμα «ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ έγκριση από την Εκτελεστική Επιτροπή απαιτείται» επισημαινόταν: «Ο πελάτης επιθυμεί να χρηματοδοτήσει τον λογαριασμό το συντομότερο δυνατόν. Παρακαλώ εγκρίνετε μόλις μπορέσετε». Ένα στέλεχος της τράπεζας, που διεπόταν από περισσότερο ρεαλισμό από άλλα, παρακολουθούσε την επικαιρότητα και έπειτα από δημοσίευμα για τις φερόμενες ως πομπές του χρηματιστή, διερωτήθηκε: «Τι ακριβώς κάνουν για τον Τζέφρι Έπσταϊν;» Η ερώτηση παραπέμφθηκε στις καλένδες.
Δεν... μπορούσαν τον αποχωρισμό
Έφτασε ο Δεκέμβριος του 2018, η λάβα είχε φτάσει στις παρυφές της γομορρικής Πομπηίας, αλλά η συνεργασία των δύο πλευρών δεν έλεγε να τελειώσει. Η πρώτη ενημέρωση για τερματισμό της συνεργασίας έγινε τότε. Το αρχικό θάρρος βρέθηκε, παρ' όλα αυτά η προθεσμία καταστρατηγήθηκε πλήρως. Αρχικά του είχαν ζητήσει να μεταφέρει τα κεφάλια μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2019, ωστόσο οι παρατάσεις, λόγω των συνεχιζόμενων μεταφορών, ήταν αναπόφευκτες. Υπήρξε, εξάλλου, mail που ανιχνεύθηκε στο εταιρικό δίκαιο και στο οποίο σημειωνόταν: «Μας υποσχέθηκαν ότι θα έχουν αποχωρήσει πλήρως έως τις 6 Μαΐου, αλλά ελπίζουμε μέχρι το τέλος Απριλίου. Συνεχίστε λοιπόν να τους βοηθάτε να στέλνουν εμβάσματα». Εξάλλου, στέλεχος της Deutsche Bank τόνισε, μιλώντας με συνάδελφο από το Λίχτενσταϊν: «Δεν έγινε καμία αναφορά σε ονόματα. Ούτε καν στο όνομα του trust».
Ο πανικός με τη σύλληψη
Τα 225 εκατομύρια ευρώ που κατέβαλε η Deutsche Bank σε πρόστιμα, αλλά και διακανονισμούς, μετά τη σύλληψη του Έπσταϊν, ήταν κυρίως η αναγνώριση της αδυναμίας της να οριοθετήσει το ηθικό μέτρο, με την επίσημη θέση της τράπεζας να μιλάει για ανικανότητα σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες. Ο χρηματιστής συνελήφθηκε στις 6 Ιουλίου και μέχρι τότε φέρεται να μην είχαν καταφέρει να τον ξεφορτωθούν. Για ένα σοβαρό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, το εσωτερικό mail της 7ης Ιουλίου 2019, με θέμα «ΕΠΕΙΓΟΝ!!! Πρέπει να κλείσουν οι λογαριασμοί άμεσα», συνιστούσε παταγώδη αποτυχία. Υπήρχαν ανοιχτοί λογαριασμοί, δεκάδες, αν και το υπόλοιπο υπολογίστηκε στα 33,77 δολάρια. Η τράπεζα μίλησε για «σφάλμα κατά την ένταξη του Έπσταϊν το 2013», μια πενιχρή απολογία, με βάση τα τωρινά στοιχεία. Φέρεται να την πλήρωσε, δε, ο διαχειριστής σχέσης Στιούαρτ Όλντφιλντ. Τον απέλυσαν σε δεύτερο χρόνο για «έλλειψη της αναμενόμενης επιμέλειας για συγκεκριμένο πελάτη», όπως προκύπτει από ρυθμιστικές καταθέσεις.