Ελένη Καψοκόλη: Η Αλ Κάιντα όσο και το ISIS απέδειξαν ότι η τρομοκρατία επιβιώνει επειδή προσαρμόζεται
Αποκλειστικά στο parapolitika.gr
H Ελένη Καψοκόλη, συγγραφέας του βιβλίου "Ψηφιακό Τζιχάντ, η στρατηγική χρήση του κυβερνοχώρου από την Al Qaeda και το ISIS" μιλώντας στο parapolitika.gr τονίζει ότι το βιβλίο αναδεικνύει την τρομοκρατία ως ένα σύνθετο και πολυδιάστατο φαινόμενο, που εξελίσσεται διαρκώς
Στην εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας, η τρομοκρατίαδεν περιορίζεται πλέον στο φυσικό πεδίο δράσης, αλλά επεκτείνεται δυναμικά και στον κυβερνοχώρο, και διαμορφώνει νέα δεδομένα για τη διεθνή ασφάλεια. Αυτόν ακριβώς τον μετασχηματισμό αναλύει το βιβλίο Ψηφιακό Τζιχάντ, η στρατηγική χρήση του κυβερνοχώρου από την Al Qaeda και το ISISτης Δρ. Ελένης Καψοκόλη, Διδάσκουσας, στο Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών, του Πάντειου Πανεπιστημίου και Ερευνήτριας στο Εργαστήρι Πληροφόρησης και Κυβερνοασφάλειας του Τμήματος Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς.
Μέσα από μια σύγχρονη ματιά, το έργο φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο εξτρεμιστικές οργανώσεις αξιοποιούν το διαδίκτυο ως εργαλείο προπαγάνδας, στρατολόγησης και επιχειρησιακού συντονισμού. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαζήση, στη σειρά «Κυβερνοπολιτική και Ψηφιακή Στρατηγική». Το Parapolitika.gr συνομίλησε με τη συγγραφέα σχετικά με το θέμα που πραγματεύεται το βιβλίο της.
Απαντώντας στο τι ήταν εκείνο που την παρακίνησε για να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο θέμα η κυρία Καψοκόλη τονίζει ότι «η απόφαση βασίστηκε στην αναγνώριση ενός ουσιαστικού κενού στην ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία σχετικά με την κατανόηση της ψηφιακής διάστασης της σύγχρονης τρομοκρατίας. Στο πλαίσιο αυτό,το Ψηφιακό Τζιχάντ προέκυψε ως αποτέλεσμα πολυετούς και συστηματικής έρευνας, η οποία συνδυάζει θεωρητική ανάλυση, ιστορική προσέγγιση και αξιοποίηση εμπειρικών δεδομένων για τις ψηφιακές μεθόδους και δραστηριότητες των τζιχαντιστικών οργανώσεων».
«Η έρευνα απαιτούσε τον συνδυασμό διαφορετικών γνωστικών πεδίων, τόσο θεωρητικών όσο και τεχνικών, όπως η τρομοκρατία, η ριζοσπαστικοποίηση, η κυβερνοτρομοκρατία, η κυβερνοασφάλεια, καθώς και τις θρησκευτικές και ιδεολογικές διαστάσεις. Πρόκειται για πεδία ιδιαίτερα δυναμικά, όπου τα δεδομένα και οι αναλύσεις ανατροφοδοτούνται διαρκώς. Παράλληλα, κρίθηκε απαραίτητη η ανάλυση της επιχειρησιακής δράσης των οργανώσεων υπό το πρίσμα του μοντέλου Ψηφιακό Τζιχάντ, καλύπτοντας την εξέλιξη του φαινομένου από την εμφάνιση οργανώσεων όπως η Αλ Κάιντα και το ISIS έως σήμερα. Μέρος των δεδομένων προερχόταν από πρωτογενές υλικό των ίδιων των οργανώσεων, γεγονός που απαιτούσε ιδιαίτερη προσοχή ως προς την αξιολόγηση και την επιβεβαίωση της γνησιότητάς τους, μέσω διασταύρωσης με κυβερνητικές, ερευνητικές και αντιτρομοκρατικές αναφορές» επισημαίνει ακόμη η συγγραφέας.
Σύμφωνα με την κυρία Καψοκόλη «τόσο η Αλ Κάιντα όσο και το ISIS απέδειξαν ότι η τρομοκρατία επιβιώνει επειδή προσαρμόζεται. Η αυστηρότερη παρακολούθηση και οι ενισχυμένες διεθνείς αντιτρομοκρατικές πρακτικές τις οδήγησαν στη σταδιακή μετάβαση από παραδοσιακά δίκτυα δράσης σε πιο αποκεντρωμένες, ψηφιακές δομές. Η ριζοσπαστικοποίηση και η στρατολόγηση δεν βασίζονται πλέον αποκλειστικά στη φυσική επαφή, αλλά στη συστηματική παραγωγή και διανομή οπτικοακουστικού περιεχομένου σε ένα πολυγλωσσικό και πολυμεσικό ψηφιακό περιβάλλον. Η διαδικτυακή αλληλεπίδραση διευκολύνει την καλλιέργεια ταύτισης και τη δημιουργία δικτύων ομοϊδεατών, ιδίως μεταξύ νεότερων χρηστών. Παράλληλα, αναπτύσσονται πιο εξελιγμένες τεχνικές επιρροής, όπως η αλγοριθμική ριζοσπαστικοποίηση και η προσωποποιημένη προπαγάνδα μέσω τεχνητής νοημοσύνης και αξιοποίησης ψηφιακών δεδομένων. Η επιχειρησιακή εκπαίδευση μετατρέπεται σε μια πιο διαδραστική διαδικασία, αξιοποιώντας βιντεοπαιχνίδια, εφαρμογές εικονικής πραγματικότητας και εκπαιδευτικό οπτικοακουστικό υλικό υψηλής ποιότητας. Αντίστοιχα, η χρηματοδότηση ενσωματώνει ψηφιακά εργαλεία συλλογής και μεταφοράς πόρων, όπως κρυπτονομίσματα και διαδικτυακές εκστρατείες. Μέσα από αυτή την προσέγγιση, το Ψηφιακό Τζιχάντ αναδεικνύει την τρομοκρατία ως ένα σύνθετο και πολυδιάστατο φαινόμενο, που εξελίσσεται διαρκώς».
Ακόμη προσθέτει ότι «η Αλ Κάιντα διατηρεί μια περισσότερο «παραδοσιακή» οργανωτική δομή και τείνει να ακολουθεί πιο συντηρητικές στρατηγικές στον κυβερνοχώρο. Ωστόσο, υπήρξε από τις πρώτες οργανώσεις που αντιλήφθηκαν τη στρατηγική σημασία και δυναμική των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών για τη διεθνοποίηση της ιδεολογίας και της προπαγάνδας, αλλά και για την ενίσχυση της αποκεντρωμένης δράσης της. Σε αντίθεση με το ISIS, που υιοθέτησε μια σαφώς πιο επιθετική, πολυμεσική και πολύγλωσση ψηφιακή στρατηγική. Η ανάπτυξή του συνέπεσε με μια περίοδο έντονης ανάπτυξης των ψηφιακών τεχνολογιών και των κοινωνικών δικτύων, γεγονός που του επέτρεψε να διευρύνει σημαντικά το εύρος της επιρροής του, μέσω τόσο επίσημων όσο και ανεπίσημων διαύλων. Συνολικά, αν και με διαφορετικό ύφος και ένταση, και οι δύο οργανώσεις κατάφεραν να διαμορφώσουν ένα ισχυρό ψηφιακό αποτύπωμα, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η σύγχρονη τρομοκρατία».