Με τους αναλυτές να τους περιγράφουν ως «κράτος εν κράτει» μέσα στο Ιράν, οι Φρουροί της Επανάστασης επανέρχονται στο επίκεντρο, καθώς παρουσιάζονται ως εκείνος ο μηχανισμός που έχει αναλάβει σε μεγάλο βαθμό την ενορχήστρωση της άμυνας της Τεχεράνης. Πρόκειται για μια παραστρατιωτική δύναμη που λειτουργεί παράλληλα με τις τακτικές Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας και η οποία, με τα χρόνια, απέκτησε βαρύτητα που ξεπερνά τα στενά στρατιωτικά όρια. Στο νέο περιβάλλον έντασης, η συζήτηση δεν περιορίζεται στις επιχειρησιακές δυνατότητες, αλλά ανοίγει ξανά το ερώτημα πώς δημιουργήθηκαν, γιατί ισχυροποιήθηκαν τόσο και πώς κατέληξαν να αποτελούν έναν από τους βασικούς πυλώνες του ιρανικού καθεστώτος, με παρουσία στην ασφάλεια, στην πολιτική και στην οικονομία. 

Διαβάστε: Φρουροί της Επανάστασης: Χτυπήσαμε το γραφείο του Νετανιάχου - Αβέβαιη η τύχη του

Φρουροί της Επανάστασης: Η ίδρυση το 1979 και ο αρχικός ρόλος

Οι Φρουροί της Επανάστασης ιδρύθηκαν το 1979, έναν μήνα μετά τη νίκη της Ισλαμικής Επανάστασης, με διάταγμα του Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί. Ο αρχικός στόχος της δύναμης ήταν συγκεκριμένος: η επιτήρηση των υπολειμμάτων του στρατού του Σάχη και η προστασία του νέου καθεστώτος από αντεπαναστατικές ενέργειες. Με άλλα λόγια, η δημιουργία τους συνδέθηκε ευθέως με την ανάγκη του νέου πολιτικού συστήματος να θωρακιστεί, να επιβιώσει και να ελέγξει ενδεχόμενες απειλές από παλιούς μηχανισμούς εξουσίας ή από κινήσεις που θα αμφισβητούσαν την «επόμενη μέρα» της επανάστασης.

Το Σύνταγμα του 1979 κατοχύρωσε την ύπαρξή τους, μέσω του άρθρου 150, προβλέποντας ότι θα συνεχίσουν να λειτουργούν ως «φρουρός της Επανάστασης και των επιτευγμάτων της». Παράλληλα, το κράτος δεσμεύτηκε να παρέχει στα μέλη τους στρατιωτική εκπαίδευση σύμφωνα με τις ισλαμικές αρχές, ώστε να συμμετέχουν διαρκώς στην ένοπλη άμυνα της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Παρότι συχνά γίνεται λόγος για πολιτική υπεροχή των Φρουρών έναντι άλλων θεσμών ασφαλείας, το ίδιο το Σύνταγμα δεν τους αποδίδει ρητά τέτοιο προβάδισμα. Ωστόσο, η πραγματικότητα που περιγράφεται είναι μια συνεχής συνθήκη ανταγωνισμού με τον τακτικό στρατό, τις Artesh, ανταγωνισμός που αποδίδεται σε μεγαλύτερη χρηματοδότηση, καλύτερο εξοπλισμό και ισχυρότερη πολιτική επιρροή των Φρουρών.

Φρουροί της Επανάστασης: Ο πόλεμος Ιράν–Ιράκ και η εκτόξευση της ισχύος

Καθοριστικό ρόλο στην ενίσχυση των Φρουρών έπαιξε ο πόλεμος Ιράν–Ιράκ, που ξεκίνησε το 1980. Η συμμετοχή τους σε αυτόν τον πόλεμο τους ανέδειξε σε παράλληλη στρατιωτική δύναμη και οδήγησε στη δημιουργία Ενιαίου Αρχηγείου, για τον συντονισμό Φρουράς και τακτικού στρατού. Η περίοδος αυτή παρουσιάζεται ως σημείο καμπής, γιατί από μια δύναμη που είχε γεννηθεί για να προστατεύσει το νέο καθεστώς, μετατράπηκαν σε οργανωμένο, μόνιμο και δομημένο στρατιωτικό βραχίονα με σαφέστερο επιχειρησιακό αποτύπωμα.

Έως το 1985 οι Φρουροί της Επανάστασης είχαν πλέον διαρθρωθεί σε τρεις κλάδους: χερσαίες, ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις. Σήμερα εκτιμάται ότι αριθμούν περίπου 125.000 άνδρες. Υπό την ομπρέλα τους λειτουργεί η Basij, ένα σώμα εθελοντών που επίσης ιδρύθηκε το 1979 και στο οποίο αποδίδεται ρόλος εσωτερικής ασφάλειας και καταστολής διαφωνούντων. Στη συνέχεια, το 1990 δημιουργήθηκε και η Quds Force, η οποία περιγράφεται ως αρμόδια για την προώθηση των διεθνών πολιτικών του καθεστώτος και την «εξαγωγή» της επανάστασης.

Στο επίπεδο του οπλοστασίου, αναφέρεται ότι οι Φρουροί διαθέτουν αξιόλογες δυνατότητες για τα δεδομένα της Μέσης Ανατολής, παρότι το υλικό τους θεωρείται ξεπερασμένο σε σύγκριση με δυτικά πρότυπα. Ως πιο σύγχρονο άρμα μάχης αναφέρεται το Karrar, που παρουσιάστηκε το 2016–2017 και βασίζεται στο σοβιετικό T-72. Γίνεται επίσης λόγος για εκσυγχρονισμένες εκδόσεις ρωσικών αρμάτων, όπως τα Type 72Z, με βάση τα T-55 και T-62, καθώς και για τεθωρακισμένα οχήματα ταχείας ανάπτυξης Tosan. Σε ναυτικό επίπεδο, το φάσμα εκτείνεται από ταχύπλοα έως κορβέτες, ενώ στην αεροπορία τους αναφέρονται μαχητικά όπως F-14 και MiG-29.

Συνολικά, οι Φρουροί της Επανάστασης παρουσιάζονται ως βασικός πυλώνας του καθεστώτος, με ρόλο που δεν περιορίζεται σε πεδία μάχης. Η επιρροή τους περιγράφεται ότι εκτείνεται στην πολιτική, στην οικονομία και στην εσωτερική ασφάλεια, κάτι που εξηγεί γιατί επανέρχονται διαρκώς στο προσκήνιο κάθε φορά που η Τεχεράνη βρίσκεται σε κατάσταση απειλής ή έντασης.