Η κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ Ιράν, Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ έφερε στο προσκήνιο τη στρατηγική σημασία της στρατιωτικής βάσης Ντιέγκο Γκαρσία στον Ινδικό Ωκεανό, προκαλώντας εντάσεις στη συμμαχική σχέση Ουάσινγκτον και Λονδίνου.

Διαβάστε: Guardian: Αυτά είναι τα 4 σενάρια για την επόμενη μέρα στο Ιράν - Από τη γρήγορη πολιτική μετάβαση μέχρι τον πόλεμο και το γενικευμένο χάος

Η βάση βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο του Αρχιπελάγους Τσάγκος, περίπου 4.700 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Ιράν, και αποτελεί κρίσιμο κόμβο για την αμερικανική στρατηγική στη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, η μακροχρόνια διαμάχη για την κυριαρχία της περιοχής μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Μαυρικίου απειλεί να περιπλέξει τις επιχειρησιακές δυνατότητες των ΗΠΑ σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία.

Πώς η αντιπαράθεση Στάρμερ-Τραμπ για τη στρατιωτική βάση Ντιέγκο Γκαρσία άλλαξε τη στρατηγική των ΗΠΑ στο Ιράν

Η Ντιέγκο Γκαρσία λειτουργεί εδώ και δεκαετίες ως ορμητήριο για αμερικανικές στρατηγικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή. Διαθέτει αεροδιάδρομο άνω των 3.600 μέτρων, βαθύ λιμάνι ικανό να εξυπηρετήσει πυρηνοκίνητα υποβρύχια και αεροπλανοφόρα, εκτεταμένες εγκαταστάσεις ανεφοδιασμού και συντήρησης, καθώς και προηγμένα συστήματα επιτήρησης και ηλεκτρονικού πολέμου. Η γεωγραφική της θέση, στο κέντρο του Ινδικού Ωκεανού, επιτρέπει στις ΗΠΑ να προβάλλουν ισχύ τόσο προς το Ιράν όσο και προς την Κίνα, χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από βάσεις στον Περσικό Κόλπο, όπου συχνά τίθενται πολιτικοί και διπλωματικοί περιορισμοί.

Τον Μάιο του 2025, η βρετανική κυβέρνηση υπέγραψε συμφωνία με τον Μαυρίκιο για τη μεταβίβαση της κυριαρχίας του Αρχιπελάγους Τσάγκος, διατηρώντας παράλληλα μίσθωση 99 ετών για τη Ντιέγκο Γκαρσία. Η συμφωνία αυτή ακολούθησε την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης το 2019, η οποία έκρινε παράνομη την απόσπαση του αρχιπελάγους από τον Μαυρίκιο το 1965.

Τον Ιανουάριο του 2026, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επέκρινε δημόσια τη συμφωνία, εκφράζοντας ανησυχίες για την αξιοπιστία των μισθώσεων σε ζητήματα στρατηγικής σημασίας. Στις 18 Φεβρουαρίου 2026 επανήλθε με νέες δηλώσεις κατά του Βρετανού πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ, υποστηρίζοντας ότι η μεταβίβαση κυριαρχίας ενδέχεται να αποδυναμώσει τη στρατηγική ασφάλεια της βάσης.

Ο Στάρμερ, από την πλευρά του, τόνισε ότι οποιαδήποτε χρήση βρετανικών βάσεων πρέπει να συμμορφώνεται με το διεθνές δίκαιο, αποφεύγοντας να δώσει λευκή επιταγή για επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Η στάση αυτή προκάλεσε έντονη δυσφορία στην Ουάσινγκτον και αναζωπύρωσε τη συζήτηση για το νομικό καθεστώς της βάσης, ιδίως σε σχέση με τη διμερή συμφωνία ΗΠΑ–Ηνωμένου Βασιλείου του 1966.

Η κρίση με το Ιράν αναβάθμισε δραματικά τη σημασία της Ντιέγκο Γκαρσία. Η απόσταση των περίπου 3.800 χιλιομέτρων από την Τεχεράνη επιτρέπει σε στρατηγικά βομβαρδιστικά όπως τα B-52, B-1 και B-2 να επιχειρούν με πλήρες φορτίο και αυξημένη ασφάλεια, χωρίς να εξαρτώνται από ενδιάμεσο ανεφοδιασμό. Παράλληλα, η απομονωμένη της θέση την καθιστά λιγότερο ευάλωτη σε πιθανά ιρανικά αντίποινα σε σύγκριση με βάσεις στον Περσικό Κόλπο.

Εάν οι ΗΠΑ στερούνταν πρόσβασης στη Ντιέγκο Γκαρσία, θα αναγκάζονταν να επιχειρούν από βάσεις εντός αμερικανικού εδάφους, αυξάνοντας σημαντικά την απόσταση και μειώνοντας τη συχνότητα των αποστολών. Η εναλλακτική λύση της αποκλειστικής εξάρτησης από αεροπλανοφόρα στον Αραβικό Κόλπο θα περιόριζε την επιχειρησιακή ευελιξία και τη δυνατότητα διεξαγωγής μαζικών, συντονισμένων πληγμάτων.

Στο νέο αυτό περιβάλλον, Κύπρος αναβιβάζεται στρατηγικά σε κρίσημο κόμβο για  τις επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, κυρίως για μαχητικά αεροσκάφη και μη επανδρωμένα συστήματα, αν και οι υποδομές της δεν μπορούν να υποκαταστήσουν πλήρως τις δυνατότητες της Ντιέγκο Γκαρσία.

Η σύγκρουση με το Ιράν μετέτρεψε τη Ντιέγκο Γκαρσία από ένα περιφερειακό νομικό ζήτημα σε κεντρικό γεωπολιτικό διακύβευμα. Παράλληλα, ανέδειξε τις εύθραυστες ισορροπίες στις διατλαντικές σχέσεις, καθώς η Ουάσινγκτον δίνει προτεραιότητα στην επιχειρησιακή ευελιξία, ενώ το Λονδίνο επιχειρεί να ισορροπήσει μεταξύ διεθνούς δικαίου, εσωτερικών πιέσεων και στρατηγικής συμμαχίας.