Η πρόσφατη κλιµάκωση ανάµεσα στο Ιράν και τον συνασπισµό Ηνωµένων Πολιτειών - Ισραήλ σηµατοδοτεί µια νέα, πιο σύνθετη φάση στην εξέλιξη του σύγχρονου πολέµου. Στη Μέση Ανατολή σήµερα, η τεχνολογική υπεροχή συγκρούεται µε τη λογική του ασύµµετρου πολέµου. Οι συντονισµένες επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ έπληξαν χιλιάδες ιρανικούς στόχους µέσα σε µόλις λίγες ηµέρες, σε µια επιχείρηση υψηλής ακρίβειας, που βασίστηκε σε προηγµένες τεχνολογίες, άρτια αξιοποίηση πληροφοριών και προσεκτικό στρατηγικό σχεδιασµό. Βασικοί στόχοι υπήρξαν κρίσιµες στρατιωτικές εγκαταστάσεις, υποδοµές παραγωγής και εκτόξευσης πυραύλων, καθώς και δοµές των «Φρουρών της Επανάστασης» και του καθεστώτος.

Η Τεχεράνη, ωστόσο, δεν απάντησε µε συµβατικά µέσα, αλλά µε µια πολυεπίπεδη ασύµµετρη αντεπίθεση. Αντιλαµβανόµενη ότι δεν µπορεί να υπερισχύσει σε έναν πόλεµο υψηλής έντασης απέναντι σε δύο στρατιωτικές υπερδυνάµεις, επέλεξε τη στρατηγική της φθοράς. Ιρανικοί πύραυλοι πλεύσης (κρουζ), βαλλιστικοί πύραυλοι και µη επανδρωµένα αεροσκάφη έπληξαν στόχους σε δέκα χώρες, περιλαµβανοµένων βάσεων στον Περσικό Κόλπο όπου σταθµεύουν αµερικανικές δυνάµεις. Παρά την αναχαίτιση σηµαντικού αριθµού βληµάτων, τα χαµηλού κόστους µη επανδρωµένα αεροσκάφη αποδείχθηκαν επιχειρησιακά πιο απαιτητικά στην αντιµετώπισή τους, αναδεικνύοντας τον αυξανόµενο ρόλο των απλών και οικονοµικών µέσων στον σύγχρονο πόλεµο. Η δολοφονία του ανώτατου ηγέτη, Αλί Χαµενεΐ, λειτούργησε ως καταλύτης. Παρά τις εκτιµήσεις ότι το ιρανικό σύστηµα θα αποσταθεροποιούνταν, το καθεστώς, µε πρωτοστάτες τους «Φρουρούς της Επανάστασης», έδειξε να διατηρεί τον επιχειρησιακό έλεγχο, κλιµακώνοντας τις επιθέσεις του. Αναφορές κάνουν λόγο ακόµα και για χρήση προηγµένων υπερηχητικών πυραύλων, ενώ συνεχίστηκαν τα πλήγµατα κατά ισραηλινών στόχων, αµερικανικών και βρετανικών βάσεων, υποδοµών ενέργειας και πόλεων. Στη θάλασσα, η σύγκρουση απέκτησε νέα διάσταση. ∆εξαµενόπλοια κοντά στα Στενά του Ορµούζ επλήγησαν από µη επανδρωµένα σκάφη επιφανείας, σε µια απόπειρα της Τεχεράνης να πιέσει το παγκόσµιο ενεργειακό σύστηµα. Παράλληλα, ενεργοποιήθηκαν οργανώσεις όπως η λιβανική «Χεζµπολάχ» και οι ιρακινές σιιτικές πολιτοφυλακές, αν και οι δυνατότητές τους είναι πλέον περιορισµένες. Η περιφερειακή διάχυση της έντασης εντάσσεται στη λογική κορεσµού των αντιπυραυλικών συστηµάτων, της ψυχολογικής πίεσης και της αύξησης του κόστους για τους αντιπάλους.

Η ουσία της ιρανικής στρατηγικής δεν είναι η άµεση νίκη, αλλά η αντοχή και η φθορά του αντιπάλου. Με διασπορά διοίκησης, οχύρωση των λεγόµενων «πυραυλικών πόλεων» και συνεχείς, χαµηλού κόστους επιθέσεις επιδιώκει να εξαντλήσει τα αποθέµατα αναχαίτισης και την πολιτική ανοχή των αντιπάλων της. Σε αυτόν τον πόλεµο φθοράς, η Τεχεράνη ποντάρει ότι ο χρόνος και το οικονοµικό βάρος θα λειτουργήσουν υπέρ της, µετατρέποντας τη σύγκρουση σε δοκιµασία ανθεκτικότητας για ολόκληρη την περιοχή. Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, έχει τα όριά της, καθώς το Ιράν δέχεται αποφασιστικά πλήγµατα, τα οποία θα περιορίσουν, σε βάθος χρόνου, τις δυνατότητες της Τεχεράνης.

*Διεθνολόγος, ειδικός σε θέµατα Μέσης Ανατολής