Εντείνει τις επιθέσεις του σε μεγάλους ειδησεογραφικούς οργανισμούς ο Ντόναλντ Τραμπ, κατηγορώντας τους για παραπλανητική κάλυψη του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Την ώρα που η αμερικανική κυβέρνηση εμφανίζεται βέβαιη πως οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή εξελίσσονται επιτυχώς, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν περιορισμένη υποστήριξη από την κοινή γνώμη. Ειδικότερα, σύμφωνα με δημοσκόπηση Reuters/Ipsos της 1ης Μαρτίου, μόλις ένας στους τέσσερις Αμερικανούς ενέκρινε τα πλήγματα που πραγματοποιήθηκαν τον Φεβρουάριο από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ κατά του Ιράν. Περίπου οι μισοί ερωτηθέντες, συμπεριλαμβανομένου ενός στους τέσσερις Ρεπουμπλικανούς, θεωρούν ότι ο Τραμπ είναι υπερβολικά πρόθυμος να καταφύγει στη χρήση στρατιωτικής ισχύος. Κι όλα αυτά, την ώρα που, τουλάχιστον 13 Αμερικανοί στρατιωτικοί έχουν χάσει τη ζωή τους στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.

Διαβάστε: Ντόναλντ Τραμπ: "Θα έχω την τιμή να καταλάβω την Κούβα - Μπορώ να κάνω ό,τι θέλω"


Εντείνει τις επιθέσεις του σε ΜΜΕ ο Τραμπ – Πότε κορυφώθηκε η ένταση

Η ένταση με τα Μέσα ενημέρωσης κορυφώθηκε την Παρασκευή (13/03), όταν ο υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, στοχοποίησε το CNN, χαρακτηρίζοντας «εντελώς γελοίο» ρεπορτάζ βασισμένο σε πηγές, το οποίο ανέφερε ότι η κυβέρνηση υποτίμησε τους κινδύνους για τις μεταφορές πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ. Ο ίδιος πρόσθεσε ότι «όσο νωρίτερα αναλάβει το δίκτυο ο νέος ιδιοκτήτης του, τόσο το καλύτερο».


Η απάντηση του
CNN

Σημειώνεται πως ο Ντέιβιντ Έλισον, διευθύνων σύμβουλος της Paramount Skydance, της εταιρείας που εξαγοράζει τη μητρική του CNN, Warner Bros Discovery, είναι γιος του συνιδρυτή της Oracle και συμμάχου του Τραμπ, Λάρι Έλισον. Λίγο αργότερα, ο Λευκός Οίκος απέστειλε email κατηγορώντας το CNN ότι «λέει ψέματα» με στόχο να υπονομεύσει την «συντριπτική επιτυχία» της στρατιωτικής επιχείρησης. Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του CNN, Μαρκ Τόμσον, απάντησε δηλώνοντας: «Στηρίζουμε τη δημοσιογραφία μας».


"Ανήθικα Μέσα ενημέρωσης επιθυμούν να χάσουμε τον πόλεμο"

Σε ανάρτησή του το Σάββατο (14/03) στην πλατφόρμα X, ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών (FCC), Μπρένταν Καρ, προειδοποίησε ότι οι τηλεοπτικοί σταθμοί που μεταδίδουν «ψευδείς ειδήσεις» έχουν την ευκαιρία να «διορθώσουν πορεία πριν την ανανέωση των αδειών τους». Η ανάρτηση συνοδευόταν από μήνυμα του Τραμπ στο Truth Social, στο οποίο ανέφερε ότι «ανήθικα Μέσα ενημέρωσης επιθυμούν να χάσουμε τον πόλεμο». Αν και η FCC δεν έχει αφαιρέσει άδεια τηλεοπτικού σταθμού εδώ και περισσότερα από 40 χρόνια, ενδεχόμενες τέτοιες ενέργειες θα προκαλούσαν νομικές αντιδράσεις βάσει της Πρώτης Τροπολογίας του Συντάγματος, η οποία προστατεύει την ελευθερία του Τύπου.

Σε νέα ανάρτησή του την Κυριακή (15/03), ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγόρησε αόριστα «μέσα ψευδών ειδήσεων» ότι συνεργάζονται με το Ιράν για τη διάδοση εικόνων τεχνητής νοημοσύνης που εμφανίζουν φλεγόμενο αμερικανικό αεροπλανοφόρο και υποστήριξε ότι «θα πρέπει να κατηγορηθούν για προδοσία». Τα ιρανικά κρατικά μέσα είχαν πράγματι μεταδώσει ψευδώς ότι επλήγη αμερικανικό αεροπλανοφόρο, ωστόσο τα περισσότερα δυτικά μέσα ενημέρωσης διέψευσαν τις σχετικές εικόνες ως κατασκευασμένες.

Ο υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, δήλωσε, από την πλευρά του, στο CNBC ότι η κάλυψη του πολέμου από τα κυρίαρχα μέσα αντανακλά «αντιπάθεια προς τον πρόεδρο Τραμπ», ενώ η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Ολίβια Γουέιλς ανέφερε ότι «πολλοί στα μέσα εργάζονται υπερωριακά για να δυσφημήσουν τον πρόεδρο, την κυβέρνησή του και τον αμερικανικό στρατό, εξυπηρετώντας ένα καθεστώς που έχει σκοτώσει Αμερικανούς επί σχεδόν 50 χρόνια». Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα στο παρελθόν επιτεθεί σε ΜΜΕ, χαρακτηρίζοντάς τα «ψευδείς ειδήσεις» και «εχθρό του αμερικανικού λαού», ενώ έχει στοχοποιήσει προσωπικά δημοσιογράφους με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς.


"Προσπάθεια να ευθυγραμμιστούν τα Μέσα ενημέρωσης με την πολιτική του ατζέντα"

Ο Τζαμίλ Τζάφερ, εκτελεστικός διευθυντής του Knight First Amendment Institute στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, ανέφερε ότι η πρόσφατη ρητορική του προέδρου αποτελεί ενίσχυση μιας «μακροχρόνιας προσπάθειας να ευθυγραμμιστούν τα Μέσα ενημέρωσης με την πολιτική και ιδεολογική του ατζέντα». Όπως σημείωσε, «ο πρόεδρος είναι ελεύθερος να ασκεί κριτική, αλλά η Πρώτη Τροπολογία διασφαλίζει το δικαίωμα των μέσων να αποφασίζουν τι και πώς θα καλύψουν».

Η Ρεπουμπλικανή σύμβουλος, Τζανέτ Χόφμαν, υποστήριξε ότι ορισμένες εταιρείες μέσων ενημέρωσης ενδέχεται να είναι ευάλωτες σε κυβερνητικές πιέσεις, ιδίως όταν εκκρεμούν συγχωνεύσεις ή συμφωνίες που απαιτούν έγκριση από την FCC, επισημαίνοντας ως παράδειγμα την απόφαση της Paramount να καταβάλει 16 εκατ. δολάρια για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό αγωγής του Τραμπ κατά του CBS News. Από την πλευρά του, ο πολιτικός στρατηγικός σύμβουλος, Τζέισον Ρόου, εκτίμησε ότι, παρά τις ενστάσεις του για τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ επιτίθεται στα μέσα, υπάρχει βάση στον ισχυρισμό ότι ορισμένες επιτυχίες των αμερικανικών επιχειρήσεων υποβαθμίστηκαν.