O Τραμπ σε κατάσταση συναγερμού: Σπάει τον νόμο Jones για να φρενάρει το σοκ στην ενέργεια
Φωτιά στα καύσιμα στις ΗΠΑ
Η κυβέρνηση Τραμπ ανακοινώνει εξαίρεση 60 ημερών από τον νόμο Jones για να διευκολύνει τις παραδόσεις καυσίμων και να περιορίσει την πίεση στις τιμές
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ προχωρά σε μια έκτακτη παρέμβαση στο μέτωπο της ενέργειας, επιχειρώντας να αναχαιτίσει το κύμα ανατιμήσεων που έχει αρχίσει να προκαλεί πολιτικό και οικονομικό πονοκέφαλο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με φόντο τη νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και τις συνέπειες που έχει ήδη προκαλέσει η σύγκρουση με το Ιράν στις διεθνείς ροές πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε εξαίρεση διάρκειας 60 ημερών από τους αυστηρούς κανόνες του νόμου Jones. Η κίνηση αυτή παρουσιάζεται ως μέτρο άμεσης ανακούφισης για την αγορά, καθώς επιδιώκει να διευκολύνει τις μεταφορές κρίσιμων προϊόντων, όπως το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, τα λιπάσματα και ο άνθρακας, σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική κυβέρνηση βλέπει την πίεση στις τιμές να εντείνεται και τη δυσαρέσκεια να μεγαλώνει. Το βασικό μήνυμα της απόφασης είναι ότι ο Τραμπ επιχειρεί να αποτρέψει ένα ενεργειακό ντόμινο που θα μπορούσε να μετατραπεί σε σοβαρό εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα.
Διαβάστε: Μαρκ Ρούτε: Πρωτεύον το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ για το ΝΑΤΟ - Το βέτο του Μακρόν και το "πολύ ανόητο λάθος" του Τραμπ
Εξαίρεση από τον νόμο Jones: Τι αλλάζει για καύσιμα και μεταφορές
Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε ο Λευκός Οίκος, η εξαίρεση από τον νόμο Jones θα έχει διάρκεια 60 ημερών και θα επιτρέψει να κινηθούν πιο ευέλικτα κρίσιμοι πόροι προς τα αμερικανικά λιμάνια. Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ δήλωσε ότι η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί ακόμη ένα βήμα για τον περιορισμό των βραχυπρόθεσμων διαταραχών στην αγορά πετρελαίου, την ώρα που, όπως είπε, ο αμερικανικός στρατός συνεχίζει να επιτυγχάνει τους στόχους της Επιχείρησης Epic Fury. Όπως τόνισε, η κίνηση αυτή θα επιτρέψει σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο, λιπάσματα και άνθρακα να ρέουν απρόσκοπτα προς τα λιμάνια των ΗΠΑ για εξήντα ημέρες, ενώ η κυβέρνηση παραμένει προσηλωμένη στην ενίσχυση των βασικών αλυσίδων εφοδιασμού.
Ο νόμος Jones προβλέπει ότι όλα τα εμπορεύματα που μεταφέρονται μεταξύ αμερικανικών λιμανιών πρέπει να διακινούνται αποκλειστικά με πλοία που έχουν κατασκευαστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, φέρουν αμερικανική σημαία και ανήκουν κατά κύριο λόγο σε Αμερικανούς. Αυτό, στην πράξη, περιορίζει σημαντικά τη διαθεσιμότητα δεξαμενόπλοιων και άλλων πλοίων για εσωτερικές θαλάσσιες μεταφορές. Με την προσωρινή άρση του μέτρου, η κυβέρνηση δίνει τη δυνατότητα και σε ξένα πλοία να μεταφέρουν φορτία μεταξύ αμερικανικών λιμανιών, μια εξέλιξη που θεωρητικά μπορεί να μειώσει το μεταφορικό κόστος και να επιταχύνει τις παραδόσεις.
Εξαίρεση από τον νόμο Jones: Ο φόβος για πολιτικό κόστος και οι αμφιβολίες
Η απόφαση του Τραμπ δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και βαθιά πολιτική. Οι υψηλές τιμές ενέργειας συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για τον ίδιο και τους Ρεπουμπλικανούς, οι οποίοι εδώ και καιρό υποστηρίζουν ότι οι πολιτικές τους θα κρατήσουν τα καύσιμα προσιτά για τους Αμερικανούς καταναλωτές. Ωστόσο, από την έναρξη των αμερικανικών και ισραηλινών επιθέσεων κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ έχουν πάρει την ανηφόρα, καθώς η σύγκρουση έχει ουσιαστικά μπλοκάρει το Στενό του Ορμούζ, ένα πέρασμα από το οποίο διακινείται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η κρίση έχει επηρεάσει και την προμήθεια λιπασμάτων, προκαλώντας έντονη ανησυχία και στον αγροτικό τομέα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Παρά την κυβερνητική αισιοδοξία, αναλυτές εκτιμούν ότι ο αντίκτυπος της συγκεκριμένης εξαίρεσης στις τιμές των πρατηρίων θα είναι μάλλον περιορισμένος. Μπορεί να προσφέρει μια σχετική ανακούφιση στις εσωτερικές μεταφορές και να βελτιώσει τη ροή βασικών προϊόντων, όμως δεν αρκεί από μόνη της για να εξουδετερώσει το γεωπολιτικό σοκ που προκαλεί η σύγκρουση με το Ιράν. Με άλλα λόγια, η κίνηση Τραμπ μπορεί να λειτουργεί ως μήνυμα παρέμβασης και αποφασιστικότητας, αλλά το ερώτημα παραμένει αν θα αρκέσει για να καθησυχάσει μια αγορά που ήδη κινείται υπό το βάρος φόβου, ανασφάλειας και ακραίας μεταβλητότητας.
En