Το παρασκήνιο των συνομιλιών ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης αποκτά νέα διάσταση μέσα από δημοσίευμα του Guardian, που περιγράφει μια διαδικασία γεμάτη ανορθόδοξες κινήσεις, ελλιπή τεχνική κατανόηση, παρανοήσεις και αντιφάσεις, οι οποίες, σύμφωνα με την εφημερίδα, συνέβαλαν καταλυτικά στο να τιναχθεί η διαπραγμάτευση στον αέρα. Το βρετανικό μέσο υποστηρίζει ότι, παρά τις ιδιομορφίες της αμερικανικής προσέγγισης, οι δύο πλευρές είχαν φτάσει κοντά σε ένα πλαίσιο συμφωνίας πάνω σε βασικά ζητήματα, όμως η τελευταία φάση της διαδικασίας εξελίχθηκε σε πεδίο σύγχυσης και δυσπιστίας. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο που παραθέτει το δημοσίευμα είναι η περιγραφή της πρότασης που φέρεται να έγινε από τον ειδικό απεσταλμένο του Ντόναλντ Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, προς τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, να συναντηθεί μαζί του και με τον Τζάρεντ Κούσνερ πάνω στη γέφυρα του αεροπλανοφόρου Lincoln. Ο Guardian παρουσιάζει αυτή την ιδέα ως χαρακτηριστική της ανορθόδοξης και ενίοτε αποσυντονισμένης λογικής με την οποία κινήθηκε η αμερικανική πλευρά σε μια τόσο σοβαρή διαπραγμάτευση.

Διαβάστε: Guardian: Χωρίς σχέδιο για αλλαγή καθεστώτος η επίθεση στο Ιράν - Τι φοβούνται Ισραηλινοί αξιωματούχοι

Συνομιλίες ΗΠΑ, Ιράν: Οι παρανοήσεις που βάρυναν το κλίμα

Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, το πρόβλημα δεν ήταν μόνο το ύφος ή η ιδιορρυθμία των επαφών, αλλά και η ουσία. Ο Guardian αναφέρει ότι όσοι συμμετείχαν στη διαδικασία θεωρούν πως η περιορισμένη γνώση για πλευρές του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, σε συνδυασμό με παρερμηνείες για το πώς λειτουργεί η υποδομή της Τεχεράνης, έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στη διάλυση της διαπραγμάτευσης. Στο επίκεντρο αυτών των παρανοήσεων φέρεται να βρέθηκαν ζητήματα όπως ο ρόλος του Ερευνητικού Αντιδραστήρα της Τεχεράνης, οι ανάγκες εμπλουτισμένου ουρανίου, ο μελλοντικός σχεδιασμός του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και η πιθανότητα συμμετοχής αμερικανικών εταιρειών σε ένα νέο σχήμα συνεργασίας. Το Reuters είχε ήδη επισημάνει από προηγούμενες φάσεις των συνομιλιών ότι η αμερικανική γραμμή στο θέμα του εμπλουτισμού παρέμενε ασταθής, με αντικρουόμενα μηνύματα για το αν η Τεχεράνη θα μπορούσε να διατηρήσει περιορισμένο εμπλουτισμό ή αν θα έπρεπε να τον μηδενίσει πλήρως. Αυτή η ασάφεια ενίσχυσε το έλλειμμα εμπιστοσύνης.

Ο Guardian αναφέρει ακόμη ότι στο τραπέζι των συνομιλιών της Γενεύης είχε διαμορφωθεί ένα σχέδιο που αρκετοί δυτικοί αξιωματούχοι θεωρούσαν σοβαρή βάση για συμφωνία, εν μέρει επειδή, σε αντίθεση με τη συμφωνία του 2015, δεν περιλάμβανε ρήτρες λήξης. Κατά την ίδια πηγή, υπήρχε σύγκλιση για πλήρη επιστροφή της εποπτείας του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, ενώ το Ιράν φερόταν διατεθειμένο, υπό επιτήρηση, να απαλλαγεί από το απόθεμα περίπου 440 κιλών ουρανίου εμπλουτισμένου στο 60%, όχι όμως μέσω εξαγωγής στο εξωτερικό αλλά μέσω διαδικασίας ανάμειξης που παρουσιαζόταν ως σε μεγάλο βαθμό μη αναστρέψιμη. Η IAEA έχει καταγράψει σε επίσημες εκθέσεις ότι το Ιράν διέθετε απόθεμα ουρανίου 60%, επιβεβαιώνοντας το κεντρικό τεχνικό βάρος αυτού του ζητήματος στις συνομιλίες.

Συνομιλίες ΗΠΑ, Ιράν: Το σημείο που όλα πάγωσαν

Το μεγαλύτερο αγκάθι, σύμφωνα με τον Guardian, ήταν η άρνηση του Ιράν να εγκαταλείψει το δικαίωμα εμπλουτισμού ουρανίου για το μελλοντικό του πυρηνικό πρόγραμμα. Η Τεχεράνη απαιτούσε να μπορεί να διατηρήσει περιορισμένη δυνατότητα λειτουργίας φυγοκεντρητών, πολύ μικρότερη από τη σημερινή, ενώ φέρεται να αποδέχθηκε πως, μετά την καταστροφή εγκαταστάσεων όπως το Φορντό και η Νατάνζ, θα υπήρχε πολυετής παύση εμπλουτισμού. Το δημοσίευμα αναφέρει ότι, την τελευταία ημέρα των συνομιλιών στη Γενεύη, το Ιράν πρότεινε μορατόριουμ τριών έως πέντε ετών, με λήξη μετά το τέλος της προεδρίας Τραμπ, αλλά ο Γουίτκοφ, έπειτα από τηλεφωνική συνεννόηση με τον Τραμπ, επέστρεψε ζητώντας δεκαετή παύση. Εκεί, κατά τον Guardian, χάθηκε η δυναμική. Μάλιστα, το ίδιο ρεπορτάζ υποστηρίζει ότι μέχρι εκείνη την τελευταία ημέρα είχε υπάρξει και σύγκλιση για την άρση περίπου του 80% των κυρώσεων, χωρίς όμως να κλείσει τελικά το πακέτο.

Το τελικό αποτέλεσμα ήταν να υπογραφεί μόνο μια γενική δήλωση προόδου και όχι δεσμευτική συμφωνία. Ο Guardian αναφέρει ότι αυτό έκανε τον υπουργό Εξωτερικών του Ομάν να αντιληφθεί πως ο πόλεμος ήταν πλέον κοντά, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μεταβεί εσπευσμένα στην Ουάσινγκτον για να εξηγήσει πόσο κοντά είχαν φτάσει οι δύο πλευρές σε μια σοβαρή πρόοδο. Η εφημερίδα φιλοξενεί και εκτίμηση της αναλύτριας Καταρίνα Σίμονεν, η οποία υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση Τραμπ παρέμεινε κλειστή σε εξειδικευμένες συμβουλές για την πυρηνική φυσική και τον έλεγχο εξοπλισμών, παρά το γεγονός ότι, όπως λέει, μια συμφωνία αυτού του τύπου θα επέτρεπε στον ΔΟΑΕ να επιστρέψει ουσιαστικά στο Ιράν και να λυθούν σταδιακά πολλά τεχνικά και πολιτικά ζητήματα. Δύο ημέρες αργότερα, όπως θυμίζει ο Guardian, ξέσπασε ο πόλεμος, σφραγίζοντας με βίαιο τρόπο το τέλος μιας διαπραγμάτευσης που, σύμφωνα με το βρετανικό μέσο, χάθηκε όχι μόνο από πολιτική βούληση, αλλά και από άγνοια, παρανοήσεις και βαθιά δυσπιστία.