Σε μία κρίσιμη καμπή για τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή, με την ισορροπία του τρόμου και τη διπλωματία των λεπτών χειρισμών να επικρατούν στη γεωπολιτική σκακιέρα, ο Ισραηλινός ερευνητής στο κέντρο Moshe Dayan του πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ, Χάι Έιταν Κοχέν Γιαναρότζακ, εξηγεί πώς διαμορφώνεται το νέο σκηνικό, ποιες αναμένεται να είναι οι επόμενες κινήσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ενώ εστιάζει και στη θέση της Ελλάδας και της Τουρκίας εν μέσω των ραγδαίων εξελίξεων. Σχολιάζει στο parapolitika.gr την εξέλιξη των σχέσεων ΗΠΑ και ΝΑΤΟ, τη στιγμή που ο Αμερικανός πρόεδρος απειλεί με αποχώρηση από τη Συμμαχία, λέγοντας τα εξής: «Ίσως να πρόκειται για μια προσωρινή απόφαση όχι κατ' ανάγκη οριστικό διαζύγιο. Παραφράζοντας όσα είπε ο Τζορτζ Όργουελ στο περίφημο βιβλίο του, ''όλα τα κράτη είναι ίσα, αλλά μερικά είναι πιο ίσα από τα άλλα''».

Eστιάζονατας στον ρόλο της Ελλάδος και την αποστολή βοήθειας στην Κύπρο, σε συνάρτηση με την ιρανική επιθετικότητα, υπογραμμμίζει «αν οι ελληνικές στρατιωτικές ενέργειες παραμείνουν αμιγώς αμυντικές, με αναχαίτιση drones ή βαλλιστικών πυραύλων, δεν νομίζω ότι η Ελλάδα θα γίνει στόχος. Αν όμως αναβαθμίσει τον ρόλο της και λάβει ενεργό μέρος στον πόλεμο δίπλα στο Ισραήλ ή τις ΗΠΑ, τότε ναι, μπορεί να γίνει στόχος».

Αναφορικά, δε, με τις τουρκικές απειλές, αποκλείει το ενδεχόμενο ενός θερμού επεισοδίου και τονίζει πως «η Ελλάδα είναι στο ΝΑΤΟ, άρα τυπικά προστατευμένη. Η Κύπρος είναι διαφορετική περίπτωση λόγω της κατοχής. Ωστόσο, η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί θεωρείται απ' αυτούς ιστορική νίκη, αυτό δεν πρέπει να ξεχνιέται. Η Τουρκία θα συνεχίσει να αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο και θα προσπαθεί να οδηγήσει την Ελλάδα σε διαπραγματεύσεις».




Ισραηλινός αναλυτής Γιαναρότζακ: Πώς θα εξελιχθεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και ποιο το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων

Τη στιγμή που ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με διαφόρων ειδών στρατιωτικούς σχεδιασμούς, ο κ.Γιαναρότζακ εξηγεί πως αν «κοιτάξουμε τον χάρτη, η στρατηγική θέση των ιρανικών νησιών στα Στενά του Ορμούζ δεν αφήνει άλλη επιλογή στις ΗΠΑ από το να ελέγξουν τα Στενά. Γι' αυτό η διοίκηση Τραμπ επιδιώκει προς το παρόν να τα ανοίξει διπλωματικά αλλά αν η διπλωματία δεν αποφέρει αποτελέσματα, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή πέρα από τον έλεγχο των πιο σημαντικών στρατηγικών σημείων στα Στενά, δηλαδή αυτών των νησιών».

Με την επιδιωκόμενη από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ αλλαγή του καθεστώτος στο Ιράν να είναι φανερή, και με τις δύο πλευρές να διατείνονται πως το θεροκρατικό καθεστώς βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης, ο Ισραηλινός ερευνητής τονίζει τα εξής: «Ακούω τις δηλώσεις του ιρανικού καθεστώτος, αλλά ας μας δείξουν πού είναι ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ. Λένε ότι είναι καλά, αλλά δεν ακούσαμε τη φωνή του, δεν είδαμε κανένα βίντεο. Δεν πείθομαι από αυτές τις δηλώσεις. Οι κορυφαίοι ηγέτες του καθεστώτος εξουδετερώθηκαν από τα χειρουργικής ακρίβειας πλήγματα των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων».

Aναφορικά με τα σχέδια του Τραμπ, μετά και τη συνάντηση με τον ΓΓ του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, να αποχωρήσουν οι ΗΠΑ από τη Βορειοατλαντική Συμμαχία, ο αναλυτής αναφέρεται σε κάτι πιθανό αλλά προσωρινό. «Στο ΝΑΤΟ δεν υπάρχει μηχανισμός αποβολής κράτους-μέλους. Αλλά αν οι ΗΠΑ δεν θέλουν να συνεισφέρουν πλέον, η Συμμαχία δεν μπορεί να τις αναγκάσει. Αυτό είναι πολύ σοβαρό πρόβλημα για το ΝΑΤΟ. Θυμίζω ότι και η Ελλάδα στο παρελθόν πήρε παρόμοια απόφαση, μετά τον πόλεμο στην Κύπρο το 1974, αποχωρώντας από τη στρατιωτική πτέρυγα της Συμμαχίας και επιστρέφοντας μόνο το 1980. Ίσως να πρόκειται για μια προσωρινή απόφαση όχι κατ' ανάγκη οριστικό διαζύγιο. Παραφράζοντας όσα είπε ο Τζορτζ Όργουελ στο περίφημο βιβλίο του, ''όλα τα κράτη είναι ίσα, αλλά μερικά είναι πιο ίσα από τα άλλα''» σημειώνει ειδικότερα.

"Όσο διατηρεί αυτήν τη στάση η Ελλάδα στον πόλεμο, δεν θα γίνει στόχος των Ιρανών"

Με την επίθεση από drone σε βρετανικές βάσεις στην Κύπρο να σημαίνει συναγερμό ως προς τα αντανακλαστικά της ευρωπαϊκής κοινότητας, κατά το ξεκίνημα του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν, ο κ.Γιαναρότζακ καλείται να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα εάν η συμβολή του ΝΑΤΟ επαρκεί για μία ασφαλή αμυντική θωράκιση ευρωπαϊκών μελών ή εάν κρίνεται απαραίτητη η σύσταση ευρωπαϊκού στρατού. 

«Όταν συγκρίνουμε τα κράτη-μέλη της ΕΕ με εκείνα του ΝΑΤΟ, η πιο σημαντική διαφορά είναι η Τουρκία. Η Τουρκία υιοθετεί μια φιλο-ιρανική στάση, ακόμα και μετά από τέσσερις πυραυλικές επιθέσεις στο έδαφός της συμπεριφέρεται σαν να μη συμβαίνει τίποτα, διότι προτιμά το καθεστώς των Αγιατολάχ από μια φιλοδυτική κυβέρνηση στην Τεχεράνη. Τα ανατολικά κράτη της ΕΕ, που αισθάνονται απειλή από τη Ρωσία, δεν θέλουν να αντιμετωπίσουν και την Τουρκία ως πρόσθετη πρόκληση στο νότιο τους πλευρό, θέλουν την Τουρκία στο πλευρό τους. Λόγω της ρωσικής απειλής και του πολέμου στην Ουκρανία, δεν νομίζω ότι η ΕΕ θα πάρει τόσο τολμηρή απόφαση. Μάλλον θα κάνει ό,τι μπορεί για να διατηρήσει το υπόλοιπο ΝΑΤΟ χωρίς τις ΗΠΑ, με την ελπίδα ότι η επόμενη αμερικανική διοίκηση θα επιστρέψει στη Συμμαχία» τονίζει. 

Εστιάζοντας στον ρόλο της Ελλάδος και σχολιάζοντας το ενδεχομένο συνέχισης παροχής στρατιωτικής βοήθειας στην Κύπρο σε περίπτωση που ανέβουν απότομα οι τόνοι, επισημαίνει πως η χώρα μας δεν αναμένεται να βρεθεί στο στόχαστρο της ιρανικής επιθετικότητας. «Αν οι ελληνικές στρατιωτικές ενέργειες παραμείνουν αμιγώς αμυντικές, με αναχαίτιση drones ή βαλλιστικών πυραύλων, δεν νομίζω ότι η Ελλάδα θα γίνει στόχος. Αν όμως αναβαθμίσει τον ρόλο της και λάβει ενεργό μέρος στον πόλεμο δίπλα στο Ισραήλ ή τις ΗΠΑ, τότε ναι, μπορεί να γίνει στόχος. Η ιστορία σας είναι πλούσια σε πολέμους με τους Πέρσες φυσικά δεν εννοώ ότι ο ιρανικός λαός είναι εχθρός σας ή δικός μας, αλλά αυτό το καθεστώς είναι επικίνδυνο. Η εκτόξευση πυραύλου στο Ντιέγκο Γκαρσία ήταν σήμα: σας απειλούν κι εσάς. Αυτό είναι πονοκέφαλος και για τη χώρα σας» εξηγεί.

Στην απέναντι όχθη, μιλώντας για την Τουρκία και τη φιλο-ιρανική στάση που διατηρεί, όπως και για την εξέλιξη των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων, επισημαίνει τα εξής για τους δεσμούς Τραμπ και Ερντογάν: «Υπάρχει μια προφανής "χημεία" μεταξύ Τραμπ και Ερντογάν, και ο Τραμπ είναι πραγματιστής, χωρίζει τη Μέση Ανατολή σε διαφορετικές ζώνες συμφερόντων. Χρησιμοποιεί τον Ερντογάν στο ουκρανικό, στη διαπραγμάτευση με τη Χαμάς, και κυρίως στη Συρία. Γι' αυτό αγνοεί την ουδετερότητα της Τουρκίας στο ιρανικό ζήτημα για να μην βλάψει τα συμφέροντά του σε αυτά τα τρία θέατρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το τουρκικό ναυτικό έχει τη δυνατότητα να καθαρίσει ναρκοπέδια στα Στενά του Ορμούζ, αλλά δεν το κάνει και δεν ακούμε καμία κριτική από τις ΗΠΑ».

«Η τουρκική διοίκηση αποφεύγει την άμεση κριτική στην Αμερική και απονομιμοποιεί αυτή τη στρατιωτική επιχείρηση μέσω του Ισραήλ. Αυτό δεν είναι νέο φαινόμενο, η Τουρκία επιδιώκει να απονομιμοποιήσει το Ισραήλ παντού: στη Γάζα, στη Συρία, στον Λίβανο» προσθέτει δε ο κ.Γιαναρότζακ. 

"Η Τουρκία θα συνεχίσει με τις απειλές, δεν αναμένεται όμως θερμό επεισόδιο"

Αναφορικά με την Τουρκία, τις προεδρικές εκλογές του 2028, και το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε περίπτωση που της γείτονος ηγηθεί ο Χακάν Φιντάν, ο Ισραηλινός ερευνητής επισημαίνει τα εξής: «Ο Χακάν Φιντάν, ως πρώην επικεφαλής της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών, θεωρείται ο πιθανότερος διάδοχος του Ερντογάν. Στη βάση της πολιτικής του AKP και της νεο-οθωμανικής, παν-ισλαμιστικής εξωτερικής πολιτικής, η Ελλάδα αντιμετωπίζεται ως ανταγωνιστικό κράτος — ιστορικός αντίπαλος από τα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Ελλάδα δεν είναι τεχνητή κατασκευή, είναι χώρα με ένδοξο αυτοκρατορικό παρελθόν. Αυτή η αντιπαλότητα είναι ριζωμένη στην τουρκική ιστορία. Δεν βλέπω προοπτική πραγματικής προσέγγισης με την τρέχουσα τουρκική διοίκηση, αυτή είναι η πικρή αλήθεια».

Χωρίς να αναμένει πρόκληση θερμού επεισοδίου από την Τουρκία, εστιάζει στις συνεχιζόμενες απειλές, αιτιάσεις και επιδιώξεις της Άγκυρας για να υπογραμμίσει τα εξής: «Η Ελλάδα είναι στο ΝΑΤΟ, άρα τυπικά προστατευμένη. Η Κύπρος είναι διαφορετική περίπτωση λόγω της κατοχής. Αλλά η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί θεωρείται απ' αυτούς ιστορική νίκη, αυτό δεν πρέπει να ξεχνιέται. Η Τουρκία θα συνεχίσει να αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο και θα προσπαθεί να οδηγήσει την Ελλάδα σε διαπραγματεύσεις, όχι βάσει της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, αλλά βάσει της δικής της ναυτικής δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας».