Ο Μάθιου Μπόιλ, διευθυντής του γραφείου της Ουάσινγκτον του Breitbart News, είναι ίσως ο δημοσιογράφος που έχει πάρει τις περισσότερες συνεντεύξεις από τους υπουργούς και τα στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ – αλλά και από τον ίδιο τον πρόεδρο των ΗΠΑ, που διαβάζει τακτικά το επιδραστικό αμερικανικό, συντηρητικό σάιτ. Ηρθε στην Ελλάδα για να συμμετάσχει στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών και μίλησε στα «Παραπολιτικά» για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις και τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.


Εχουν περάσει σχεδόν δύο μήνες από την πρώτη αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στην Τεχεράνη. Ποιος κερδίζει και ποιος χάνει αυτόν τον πόλεμο, πρώτα σε στρατιωτικό επίπεδο;

Είναι απολύτως σαφές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κερδίζουν αυτόν τον πόλεμο σε στρατιωτικό επίπεδο. Ο αγιατολάχ εξουδετερώθηκε από την πρώτη νύχτα, το μεγαλύτερο μέρος της ανώτατης ηγεσίας του Ιράν έχει εξοντωθεί και το Ναυτικό και η Πολεμική Αεροπορία του Ιράν έχουν αποδεκατιστεί. Οι Ηνωμένες Πολιτείες το πέτυχαν αυτό πλήρως χωρίς χερσαίες δυνάμεις, με μοναδική εξαίρεση την εξαιρετικά επιτυχημένη επιχείρηση διάσωσης του πιλότου και του αεροπόρου των οποίων το αεροσκάφος καταρρίφθηκε. Η επιχείρηση αυτή υπήρξε μια εντυπωσιακή επιτυχία, ιδίως για την αμερικανική κοινότητα πληροφοριών και συγκεκριμένα τη CIA, αλλά και για όλους τους εμπλεκομένους, και καταδεικνύει την υπεροχή των Ενόπλων Δυνάμεων των Ηνωμένων Πολιτειών έναντι οποιουδήποτε αντιπάλου. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η ικανότητα του Ιράν να συνεχίσει τις πυρηνικές του φιλοδοξίες και τα προγράμματα βαλλιστικών πυραύλων έχει υποστεί πιθανώς ανεπανόρθωτη ζημιά, πέρα από κάθε δυνατότητα ανάκαμψης.


Και, τώρα, σε πολιτικό επίπεδο;

Η πολιτική διάσταση είναι πολύ πιο σύνθετη. Στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών υπάρχει μια ριζοσπαστική Αριστερά, που έχει επικρατήσει στο Δημοκρατικό Κόμμα – έτσι, η αντιπολίτευση προς το κυβερνών κόμμα καθοδηγείται από ακραία στοιχεία, τα οποία συχνά επισημαίνουμε ότι πάσχουν από αυτό που αποκαλούμε «σύνδρομο διαταραχής Τραμπ». Οι περισσότεροι επικριτές του προέδρου αδυνατούν ακόμα και να του αναγνωρίσουν τα εύσημα όταν επιτυγχάνει κάτι εξαιρετικό, όπως αυτό ή την επιχείρηση στη Βενεζουέλα, όπου μέσα σε λίγες ώρες ένας από τους πιο σκληρούς δικτάτορες του κόσμου, ο Νικολάς Μαδούρο, συνελήφθη για να αντιμετωπίσει τη Δικαιοσύνη κυριολεκτικά εν μια νυκτί. Ως εκ τούτου, η αντιπολίτευση δεν πρόκειται ποτέ να αποδώσει τα εύσημα στον πρόεδρο. Επιπλέον, υπάρχει κόπωση από τους πολέμους στην αμερικανική κοινή γνώμη – και δικαίως. Τις τελευταίες δεκαετίες, πρόεδροι και των δύο κομμάτων έχουν επιδείξει υπερβολική προθυμία για στρατιωτικές επεμβάσεις σε περιοχές όπως το Ιράκ και το Αφγανιστάν, με αποτέλεσμα το κοινό να αντιμετωπίζει με μεγάλη επιφύλαξη οποιονδήποτε Αμερικανό πρόεδρο επιδιώκει στρατιωτικούς στόχους οπουδήποτε στον κόσμο, ιδίως στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, ο πρόεδρος είχε δηλώσει εξαρχής ότι αυτό θα διαρκούσε τέσσερις έως έξι εβδομάδες και η κατάπαυση του πυρός επιτεύχθηκε εντός αυτού του χρονικού πλαισίου, με περιθώριο δύο ημερών. Θα φανεί τις επόμενες ημέρες, καθώς συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν, πώς θα οριστικοποιηθεί η κατάσταση, αλλά, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, φαίνεται ότι ο πρόεδρος Τραμπ πέτυχε για ακόμα μία φορά κάτι σχεδόν θαυμαστό, κόντρα σε όλες τις πιθανότητες, όπως συνηθίζει.

Ο πρόεδρος Τραμπ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι σκοπεύει να πραγματοποιήσει σύντομα επίσκεψη στην ελληνική πρωτεύουσα


Ποιοι είναι σήμερα οι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις;

Οι βασικότεροι παράγοντες που επηρεάζουν σήμερα τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις συνδέονται με τους πυλώνες της πολιτικής του προέδρου Τραμπ: γεωπολιτική ασφάλεια, εμπορικές ανισορροπίες, πολιτισμικές προκλήσεις και οικονομική αβεβαιότητα. Η Ελλάδα έχει αναδειχθεί κατά τη δεύτερη θητεία Τραμπ ως ένας από τους πλέον αποτελεσματικούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρώπη –αν όχι ο πιο αποτελεσματικός–, εν μέρει επειδή βρίσκεται στην πρώτη γραμμή όλων αυτών των ζητημάτων, διαχρονικά, ήδη από την αρχαιότητα. Οι Ελληνες έχουν έντονη επίγνωση των πολιτι σμικών απειλών σε παγκόσμιο επίπεδο –η Ορθόδοξη Εκκλησία λειτουργεί ως πυλώνας σταθερότητας σε έναν ασταθή κόσμο–, δεδομένου ότι, ως λαός, αναδύθηκαν από την τουρκική κατοχή της Ελλάδας με την ανεξαρτησία τους, που ήρθε όχι πολύ αργότερα από εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών. Η πρόσφατη έξοδος της Ελλάδας από την οικονομική και χρηματοπιστωτική της κρίση φέρνει επίσης στο επίκεντρο της σκέψης των Ελλήνων το τι μπορεί να συμβεί εάν ριζοσπαστικοί, ακραίοι αριστεροί αναλάβουν την εξουσία και εφαρμόσουν ακραίες φιλελεύθερες πολιτικές. Επιπλέον, η γεωπολιτική θέση της χώρας την καθιστά πύλη εισόδου στην Ευρώπη από τη Μέση Ανατολή και την Απω Ανατολή. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Σι Τζινπίνγκ επισκέφθηκε την Ελλάδα κατά την πρώτη θητεία Τραμπ, αναδεικνύοντας το λιμάνι του Πειραιά ως «κεφαλή του δράκου»: Η Ελλάδα θα διαδραματίσει, από γεωπολιτικής άποψης, σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του μέλλοντος του κόσμου. Γι’ αυτό οι Ηνωμένες Πολιτείες χρηματοδοτούν πλέον την Ελευσίνα ως αντιστάθμισμα στον Πειραιά, καθώς αντιλαμβάνονται πόσο κρίσιμη είναι η σημασία αυτών των λιμένων και των θαλάσσιων οδών. Ο ελληνόκτητος στόλος μεταφέρει περίπου το 25% του παγκόσμιου LNG και ο Τραμπ καταλαβαίνει την ενέργεια καλύτερα από κάθε σύγχρονο Αμερικανό πρόεδρο.


Θα μπορούσε ο Ντόναλντ Τραμπ να προγραμματίσει επίσκεψη στην Αθήνα τους επόμενους μήνες και για ποιον σκοπό;

Ο πρόεδρος, νομίζω, έχει αφήσει να εννοηθεί ότι σκοπεύει να την πραγματοποιήσει σύντομα, ενδεχομένως με επίκεντρο τα παραπάνω ζητήματα. Η πραγματοποίηση μιας τέτοιας επίσκεψης με αφορμή τη 250ή επέτειο των Ηνωμένων Πολιτειών θα ήταν επίσης ιδανική, καθώς ο Τραμπ θα μπορούσε να αναδείξει τη σημασία της αθηναϊκής δημοκρατίας στη διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού συστήματος διακυβέρνησης από τους ιδρυτές πατέρες των Ηνωμένων Πολιτειών.


Η τουρκική κυβέρνηση επιδιώκει την επανένταξή της στο πρόγραμμα των F-35. Πιστεύετε ότι μπορεί να το πετύχει; Ποια είναι γενικότερα η κατάσταση των σχέσεων μεταξύ του προέδρου Τραμπ και του προέδρου Ερντογάν;

Είναι ενδιαφέρον ότι αυτό ήταν το βασικό ερώτημα που δεχόμουν πέρυσι εδώ στους Δελφούς και η απάντησή μου ήταν να παρακολουθεί κανείς τι κάνει ο Τραμπ, όχι τι λέει. Εναν χρόνο μετά, η Τουρκία εξακολουθεί να μην έχει επανενταχθεί στο πρόγραμμα των F-35. Ο Τραμπ μπορεί να εκφράζεται θετικά για τον Ερντογάν, όπως κάνει και για τον Σι Τζινπίνγκ ή τον Βλαντιμίρ Πούτιν, αλλά το ερώτημα είναι αν στην πράξη παραχωρεί κάτι ουσιαστικό. Συστήνω στον κόσμο να κοιτάει τα απτά αποτελέσματα της πολιτικής και όχι τις διακυμάνσεις των δηλώσεων του προέδρου. Ο πρόεδρος αξιοποιεί όλα τα διαθέσιμα εργαλεία στις διαπραγματεύσεις – για εκείνον, τα πάντα αποτελούν διαπραγμάτευση. Αλλωστε, έχει συγγράψει και σχετικό βιβλίο, συνεπώς πρέπει να εστιάζουμε στο αποτέλεσμα και όχι στη διαδικασία όσον αφορά την «τέχνη της συμφωνίας».

Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά