Η Εκτελεστική Αντιπρόεδρος Τερέζα Ριμπέρα Ροντρίγκες, υπεύθυνη για τον Ανταγωνισμό, παρουσίασε ένα προσωρινό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων με την ονομασία Middle East Crisis Temporary State Aid Framework (METSAF). Στόχος είναι να δώσει τη δυνατότητα στα κράτη-μέλη να στηρίξουν τους πιο ευάλωτους κλάδους των οικονομιών τους, που πλήττονται από τις συνέπειες του ουσιαστικού κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, εξέλιξη που έχει οδηγήσει σε έντονες αυξήσεις στις διεθνείς τιμές πετρελαίου, φυσικού αερίου και λιπασμάτων.

Ειδικότερα, οι τιμές του αργού πετρελαίου αυξήθηκαν πάνω από 50% και του φυσικού αερίου περίπου κατά 85%, πριν παρουσιάσουν μικρή αποκλιμάκωση. Παράλληλα, η επίθεση στις εγκαταστάσεις LNG Ras Laffan στο Κατάρ —τον μεγαλύτερο σταθμό υγροποιημένου φυσικού αερίου παγκοσμίως— επιδείνωσε περαιτέρω την κατάσταση. Στον αγροτικό τομέα, οι τιμές των αζωτούχων λιπασμάτων ξεπέρασαν κατά 61% τον μέσο όρο του 2024, ενώ στα αλιευτικά λιμάνια της ΕΕ το κόστος ναυτιλιακών καυσίμων υπερέβη το όριο βιωσιμότητας του στόλου. Στις οδικές μεταφορές, η τιμή του diesel αυξήθηκε περίπου κατά 21% σε σχέση με τον Μάρτιο του 2025.

Κομισιόν: To πλαίσιο των ενισχύσεων 

Το πλαίσιο καλύπτει τους τομείς της γεωργίας, της αλιείας και υδατοκαλλιέργειας, των χερσαίων μεταφορών (οδικών, σιδηροδρομικών και εσωτερικών πλωτών), καθώς και των ενδοενωσιακών θαλάσσιων μεταφορών μικρών αποστάσεων. Στους κλάδους αυτούς, τα κράτη-μέλη μπορούν να καλύπτουν έως και το 70% των επιπλέον δαπανών που προκύπτουν από την αύξηση των τιμών καυσίμων ή λιπασμάτων.

Για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, το METSAF εισάγει προσωρινές αλλαγές στο υφιστάμενο πλαίσιο CISAF, ανεβάζοντας την ένταση ενίσχυσης από 50% έως και 70% του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για την επιλέξιμη κατανάλωση.

Κάθε κράτος-μέλος καταρτίζει και υποβάλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το δικό του εθνικό καθεστώς ενίσχυσης, το οποίο εγκρίνεται με ταχεία διαδικασία. Κατόπιν, οι αρμόδιες εθνικές αρχές αναλαμβάνουν την εφαρμογή και τη χορήγηση των ενισχύσεων. Το ποσό που λαμβάνει κάθε επιχείρηση προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ της τρέχουσας τιμής και ενός ιστορικού σημείου αναφοράς (που καθορίζει το κράτος), πολλαπλασιαζόμενη με την κατανάλωση καυσίμων ή λιπασμάτων βάσει προ κρίσης στοιχείων.

Υπάρχουν δύο τρόποι εφαρμογής:

- Η κανονική διαδικασία απαιτεί πλήρη τεκμηρίωση της πραγματικής κατανάλωσης και δεν θέτει ανώτατο όριο πέρα από το 70% των πρόσθετων δαπανών.
- Η απλοποιημένη διαδικασία επιτρέπει τη χρήση ενδεικτικών στοιχείων (όπως αριθμός οχημάτων ή έκταση καλλιέργειας), χωρίς αναλυτική τεκμηρίωση, με ανώτατο ποσό ενίσχυσης τα 50.000 ευρώ ανά επιχείρηση.

Επιπλέον, δίνεται η δυνατότητα προκαταβολικής καταβολής της ενίσχυσης με βάση εκτιμήσεις της αρμόδιας αρχής, ενώ προβλέπεται μεταγενέστερος έλεγχος και επιστροφή τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών εντός έξι μηνών από τη λήξη της περιόδου επιλεξιμότητας.

Η περίοδος επιλεξιμότητας ξεκινά αναδρομικά από την 1η Μαρτίου 2026 και ολοκληρώνεται στις 31 Δεκεμβρίου 2026. Δεν είναι επιλέξιμες επιχειρήσεις που βρίσκονταν ήδη σε οικονομική δυσχέρεια πριν από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, με εξαίρεση τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις που δεν τελούν υπό καθεστώς αφερεγγυότητας.

Τα κράτη-μέλη υποχρεούνται να δημοσιοποιούν σε δημόσια βάση δεδομένων ενισχύσεις άνω των 100.000 ευρώ και να διατηρούν σχετικά αρχεία για δέκα έτη. Όπως επισήμανε η Τερέζα Ριμπέρα, η μετάβαση σε μια καθαρή οικονομία αποτελεί βασική ασπίδα απέναντι σε μελλοντικές ενεργειακές κρίσεις, ωστόσο οι τρέχουσες αυξήσεις τιμών επιβάλλουν άμεση παρέμβαση ώστε να διασφαλιστεί η συνέχεια της αναπτυξιακής πορείας των βασικών παραγωγικών τομέων της Ένωσης.

Θεσμικό πλαίσιο και ισχύς

Το METSAF βασίζεται στο άρθρο 107(3)(γ) της ΣΛΕΕ, που δίνει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή την αποκλειστική αρμοδιότητα να κρίνει τη συμβατότητα των κρατικών ενισχύσεων με την εσωτερική αγορά, χωρίς να απαιτείται συννομοθετική διαδικασία.

Με λίγα λόγια, το πλαίσιο έχει τεθεί ήδη σε ισχύ και δεν χρειάζεται επιπλέον ευρωπαϊκή νομοθετική έγκριση. Το επόμενο βήμα είναι η υποβολή και έγκριση των εθνικών σχεδίων ενίσχυσης, διαδικασία που πραγματοποιείται απευθείας μεταξύ κάθε κράτους-μέλους και της Επιτροπής.