Με αφορμή την υπόθεση με τα κρούσματα χανταϊού στο κρουαζιερόπλοιο MV Hondius έρχεται και πάλι στο προσκήνιο ένα σοβαρό περιστατικό παραβίασης βιοασφάλειας που είχε σημειωθεί στην Αυστραλία, πριν από 3 χρόνια. Το 2023, σε ένα κρατικό ιολογικό εργαστήριο στο Κουίνσλαντ, αποκαλύφθηκε ότι είχαν εξαφανιστεί συνολικά 323 δείγματα επικίνδυνων ιών, ανάμεσά τους και φιαλίδια με χανταϊό.

Διαβάστε: Χωρίς συμπτώματα οι επιβάτες που βρίσκονται στο "Hondius": Σε καραντίνα στη Μαδρίτη οι Ισπανοί, επιστρέφουν οι υπόλοιποι

Σύμφωνα με τις τοπικές αρχές, το συμβάν που χαρακτηρίστηκε ως «μεγάλη παραβίαση» των πρωτοκόλλων βιοασφάλειας, διαπιστώθηκε εκ των υστέρων, ενώ η απώλεια των δειγμάτων εκτιμάται στο 2021. Το διάστημα εκείνο, λόγω βλάβης ενός καταψύκτη όπου φυλάσσονταν δείγματα Χέντρα, lyssavirus (συγγενικό με τον ιό της λύσσας) και χανταϊού., το εργαστήριο είχε προχωρήσει σε μεταφορά των φιαλιδίων σε άλλον χώρο φύλαξης. Ωστόσο, τα εσωτερικά αρχεία ήταν τόσο ανεπαρκή ώστε δεν ήταν δυνατό να προσδιοριστεί με βεβαιότητα αν τα δείγματα είχαν καταστραφεί, αν είχαν μεταφερθεί χωρίς καταγραφή ή αν είχαν χαθεί κατά τη μεταφορά.

Χανταϊός: "Πρόκειται για σοβαρή παράλειψη στην τήρηση αρχείων και στα πρωτόκολλα βιοασφάλειας", λέει ο υπουργός Υγείας του Κουίνσλαντ

Ο υπουργός Υγείας του Κουίνσλαντ παραδέχθηκε δημόσια ότι πρόκειται για σοβαρή παράλειψη στην τήρηση αρχείων και στα πρωτόκολλα βιοασφάλειας. Με αφορμή το περιστατικό ξεκίνησε ανεξάρτητη δικαστική έρευνα για το πώς αποθηκεύονται, παρακολουθούνται και καταστρέφονται τόσο ευαίσθητα βιολογικά υλικά. Για να διαχειριστεί την κρίση εμπιστοσύνης, η κυβέρνηση τόνισε ότι, βάσει της αξιολόγησης των αρμόδιων υγειονομικών αρχών, δεν υπήρξε άμεσος κίνδυνος για τη δημόσια υγεία, καθώς τα δείγματα υποτίθεται πως είχαν αποθηκευτεί σε περιβάλλον που καθιστούσε απίθανη τη διαρροή. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να πει με απόλυτη βεβαιότητα πού κατέληξαν 323 φιαλίδια με Χέντρα, lyssavirus και χανταϊό.

Η υπόθεση πήρε διαστάσεις σκανδάλου όταν αποκαλύφθηκε ότι το εργαστήριο είχε δεχθεί επανειλημμένα προειδοποιήσεις για τη διαχείριση των δειγμάτων, χωρίς όμως να υπάρξει ουσιαστική αναβάθμιση των συστημάτων παρακολούθησης. Εσωτερικές αναφορές έκαναν λόγο για ανεπαρκή ψηφιοποίηση και για διαδικασίες που βασίζονταν σε χειρόγραφα ή αποσπασματικά αρχεία, γεγονός που καθιστούσε «σχεδόν αναμενόμενη» την εμφάνιση ενός τέτοιου περιστατικού στην πορεία του χρόνου. Παρότι οι αρχές προσπαθούν να υποβαθμίσουν τον κίνδυνο, η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι τα κενά βιοασφάλειας δεν γίνονται αντιληπτά ως πρόβλημα μέχρι να υπάρξει ένα σοβαρό γεγονός διαρροής ή κακής χρήσης.

Για τους ειδικούς στη δημόσια υγεία, η απώλεια δειγμάτων χανταϊού δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια, αλλά υπενθύμιση της λεπτής γραμμής ανάμεσα στην έρευνα και στον κίνδυνο. Ο χανταϊός, γνωστός για τις σοβαρές αναπνευστικές και αιμορραγικές μορφές νόσου που μπορεί να προκαλέσει στον άνθρωπο, θεωρείται παθογόνο με σημαντικό δυναμικό επιδημικού κινδύνου, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με συνθήκες ανεπαρκούς ελέγχου. Έτσι, κάθε φορά που ένα κρούσμα εμφανίζεται σε κλειστά περιβάλλοντα, όπως ένα κρουαζιερόπλοιο, διεθνείς παρατηρητές σπεύδουν να αναζητήσουν το «πού» και το «πώς» της έκθεσης, αλλά και αν υπάρχουν προηγούμενα περιστατικά που θα μπορούσαν, έστω θεωρητικά, να συνδεθούν.

Έρευνα για το αν υπήρχαν συστημικές αδυναμίες στο συνολικό πλαίσιο ελέγχου των βιολογικών υλικών

Στο Κουίνσλαντ, η ανεξάρτητη έρευνα που διατάχθηκε έχει ως αποστολή να εξετάσει όχι μόνο τι πήγε στραβά σε επίπεδο διαδικασιών, αλλά και αν υπήρχαν συστημικές αδυναμίες στο συνολικό πλαίσιο ελέγχου των βιολογικών υλικών. Στο επίκεντρο βρίσκονται ερωτήματα όπως: ποιος είχε πρόσβαση στον καταψύκτη, πώς καταγράφονταν οι μετακινήσεις των δειγμάτων, αν υφίστανται εναλλακτικά αρχεία που δεν ελέγχθηκαν επαρκώς και αν υπήρξε πιθανότητα μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης. Αν και μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν δημόσια στοιχεία που να δείχνουν σκόπιμη κλοπή ή διαρροή, το ίδιο το γεγονός ότι το ενδεχόμενο δεν μπορεί να αποκλειστεί με βεβαιότητα, λειτουργεί ως «καμπανάκι» για την ανάγκη αυστηρότερων διεθνών προτύπων.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση του Κουίνσλαντ επιχειρεί να παρουσιάσει την υπόθεση ως ευκαιρία για μεταρρύθμιση, υποσχόμενη επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες ιχνηλασιμότητας, καλύτερη εκπαίδευση προσωπικού και αυστηρότερους ελέγχους σε όλα τα στάδια διαχείρισης ιών όπως ο χανταϊός. Ήδη έχει ζητηθεί από την ηγεσία του εργαστηρίου να υποβάλει λεπτομερή σχέδια δράσης, ενώ σε πολιτικό επίπεδο ανοίγει ξανά η συζήτηση για το αν χρειάζεται ενιαίο εθνικό μητρώο βιολογικών δειγμάτων, που θα μειώσει τον κίνδυνο «εξαφάνισης» υλικών μέσα στη γραφειοκρατία. Ωστόσο, μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα και να εφαρμοστούν στην πράξη οι δεσμεύσεις, η υπόθεση των χαμένων δειγμάτων θα παραμένει μια σκοτεινή υπενθύμιση του πόσο εύθραυστη μπορεί να είναι η ασφάλεια όταν μιλάμε για ιούς υψηλού κινδύνου

Το νέο επεισόδιο με τον χανταϊό στο MV Hondius δεν αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο, αλλά «κουμπώνει» σε ένα ευρύτερο, παγκόσμιο παζλ ανησυχίας γύρω από τα εργαστηριακά πρωτόκολλα, τις θαλάσσιες μετακινήσεις πληθυσμών και την ικανότητα των κρατών να παρακολουθούν πιθανές αλυσίδες μετάδοσης. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν τα αρμόδια συστήματα είναι πραγματικά τόσο ασφαλή όσο υποστηρίζουν οι αρχές. Και όσο ο όρος «χανταϊός» επανεμφανίζεται σε δελτία ειδήσεων και επιστημονικές αναφορές, τόσο θα εντείνεται η πίεση για διαφάνεια, λογοδοσία και ουσιαστική θωράκιση απέναντι σε έναν αόρατο, αλλά πολύ πραγματικό κίνδυνο.