Το βράδυ της 14ης Ιουνίου ο Νότιος Κήπος του Λευκού Οίκου έμοιαζε περισσότερο με αρένα παρά με το κέντρο της αμερικανικής εξουσίας. Κάτω από τη μεταλλική κατασκευή που οι διοργανωτές του UFC είχαν βαφτίσει «The Claw», ο Τζάστιν Γκέιτζι ολοκλήρωνε τον θρίαμβό του με μια θεαματική κυβίστηση έξω από το οκτάγωνο, αποσπώντας το χειροκρότημα χιλιάδων θεατών. Στις πρώτες σειρές καθόταν ο Ντόναλντ Τραμπ. Λίγες ώρες νωρίτερα είχε ανακοινώσει ότι ο πόλεμος με το Ιράν έφθανε στο τέλος του και ότι τα Στενά του Ορμούζ, η σημαντικότερη ενεργειακή αρτηρία του πλανήτη, άνοιγαν ξανά για τη διεθνή ναυσιπλοΐα. Η εικόνα ήταν σχεδόν σουρεαλιστική: ενώ ένας μαχητής πανηγύριζε τη νίκη του στο κλουβί, ο Αμερικανός πρόεδρος επιχειρούσε να παρουσιάσει ως προσωπικό του θρίαμβο το τέλος της πιο επικίνδυνης κρίσης στη Μέση Ανατολή εδώ και χρόνια.

Νωρίτερα την ίδια ημέρα, καθώς ετοιμαζόταν να γιορτάσει τα 80ά γενέθλιά του με την οικογένειά του στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ είχε αιφνιδιάσει συμμάχους και αντιπάλους με μια ανάρτηση στο Truth Social. «Η συμφωνία με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν ολοκληρώθηκε. Συγχαρητήρια σε όλους», έγραψε, αναγγέλλοντας παράλληλα την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και καλώντας τα δεξαμενόπλοια του κόσμου να επιστρέψουν στις θαλάσσιες οδούς της περιοχής.

Ωστόσο, όπως είχε συμβεί πολλές φορές κατά τη διάρκεια της κρίσης, οι ανακοινώσεις του προέδρου προηγήθηκαν της πραγματικότητας. Το πλήρες κείμενο της συμφωνίας δεν είχε ακόμη δημοσιοποιηθεί, η επίσημη υπογραφή της απείχε ημέρες και τα δυσκολότερα ζητήματα —το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, το καθεστώς των κυρώσεων και ο ρόλος της Τεχεράνης στον Λίβανο— παρέμεναν ανοιχτά.

Και το πιο εντυπωσιακό ήταν ότι μόλις λίγες ώρες νωρίτερα ολόκληρη η διαδικασία είχε βρεθεί ένα βήμα πριν από την κατάρρευση. Λίγο πριν από τις επτά το πρωί, ώρα Ουάσινγκτον, ισραηλινά αεροσκάφη έπληξαν στόχους στη νότια Βηρυτό. Για τους Ιρανούς διαπραγματευτές επρόκειτο για την κόκκινη γραμμή που είχαν προειδοποιήσει επανειλημμένα ότι δεν έπρεπε να παραβιαστεί.

Συμφωνία Τραμπ & Ιράν: Η στάση του Ισραήλ και ο Λίβανος

Το Ισραήλ υποστήριξε ότι οι βομβαρδισμοί αποτελούσαν απάντηση σε πυρά της Χεζμπολάχ. Σε πολλές δυτικές και αραβικές πρωτεύουσες, ωστόσο, η εκτίμηση ήταν διαφορετική. Διπλωμάτες και αναλυτές είδαν στην επιχείρηση μια τελευταία προσπάθεια του Μπενιαμίν Νετανιάχου να ανατρέψει μια συμφωνία η οποία διαμορφωνόταν χωρίς ουσιαστική ισραηλινή συμμετοχή.

Η αντίδραση της Τεχεράνης ήταν άμεση. Οι επαφές πάγωσαν και οι διαπραγματεύσεις μπήκαν σε τροχιά κρίσης. Τέσσερις ώρες αργότερα, ο ίδιος ο Τραμπ αναγκάστηκε να παρέμβει δημόσια, δηλώνοντας ότι η ισραηλινή επίθεση «δεν έπρεπε να είχε συμβεί».

Η ενόχλησή του προς τον μέχρι πρότινος στενότερο περιφερειακό του σύμμαχο είχε πλέον μετατραπεί σε ανοιχτή σύγκρουση. Σύμφωνα με πληροφορίες, σε τηλεφωνική επικοινωνία που ακολούθησε εξέφρασε με ασυνήθιστα σκληρό τρόπο την οργή του προς τον Νετανιάχου, θεωρώντας ότι οι βομβαρδισμοί απειλούσαν να τινάξουν στον αέρα μήνες μυστικής διπλωματίας.

Πίσω από τη συμφωνία βρισκόταν ένα σύνθετο δίκτυο διαμεσολαβήσεων που εξελισσόταν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Κεντρικό ρόλο είχε αναλάβει τελικά το Κατάρ, το οποίο, ύστερα από πιέσεις τόσο της Ουάσινγκτον όσο και της Τεχεράνης, εγκατέλειψε τη διακριτική του στάση και πέρασε στην πρώτη γραμμή των διαπραγματεύσεων.

Η Ντόχα απέστειλε μυστικά υψηλόβαθμη αντιπροσωπεία στην Τεχεράνη μέσω Τουρκίας, επιδιώκοντας να διαπιστώσει ποιες ήταν οι πραγματικές προθέσεις της ιρανικής ηγεσίας και ποια περιθώρια συμβιβασμού υπήρχαν. Οι Καταριανοί αξιωματούχοι έφτασαν στην ιρανική πρωτεύουσα τη στιγμή ακριβώς που ο Τραμπ επανέφερε δημοσίως την απειλή στρατιωτικής δράσης, προειδοποιώντας ότι «ο χρόνος τελειώνει για το Ιράν».

Μόλις μία ημέρα αργότερα, όμως, ο Αμερικανός πρόεδρος αποκάλυπτε ότι είχε αναβάλει προγραμματισμένη στρατιωτική επιχείρηση έπειτα από παρεμβάσεις του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Οι διαπραγματεύσεις, όπως παραδέχθηκε τότε, είχαν εισέλθει σε μια κρίσιμη, αλλά ελπιδοφόρα φάση.